Βλάχικη γλώσσα

Η βλάχικη γλώσσα είναι μια αυτόνομη νεολατινική γλώσσα, ήδη διαμορφωμένη τον 6ο αιώνα μ.Χ. Ως πρώτη γραπτή μαρτυρία της βλάχικης θεωρείται η φράση "τόρνα, τόρνα, φράτερ", που τη διασώζει ο βυζαντινός χρονογράφος Θεοφύλακτος Σιμοκάτης (7ος αιώνας μ.Χ.).

Για τη γένεση της Βλάχικης γλώσσας η επιστημονική έρευνα έχει δώσει σήμερα απάντηση. Επίσημη γλώσσα του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους - Βυζάντιο ονομάστηκε αιώνες αργότερα - ως τα χρόνια του Ηράκλειου (αρχές 7ου αιώνα μ.Χ.) ήταν η Λατινική. Από τη λαϊκή λατινική της Βαλκανικής (Latinum Balcanicum) προήλθαν, μετά την "πρωτορωμανική περίοδο" που πέρασαν οι νεολατινικές γλώσσες, και για συγκεκριμένους λόγους, τέσσερις νεολατινικές γλώσσες (η Βλάχικη και η Μογλενίτικη στον άξονα της Εγνατίας, και η Ιστρορουμανική και Δακορουμανική στον άξονα του Δούναβη), όπως ακριβώς, με τον ίδιο τρόπο, από τη δυτική Λατινική προήλθαν οι  σύγχρονες νεολατινικές γλώσσες (Ιταλική, Γαλλική,  Ισπανική, Πορτογαλική). Έτσι εξηγούνται οι ομοιότητες της Βλάχικης γλώσσας και με αυτές τις Ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως και με τις αντίστοιχες νεολατινικές της Βαλκανικής.

"Αν κάποιος σκύψει με σεβασμό στον πολιτισμό των Βλάχων, όπως αυτός εκφράζεται μέσα και από τη Βλάχικη γλώσσα, θα ανακαλύψει στα τραγούδια, τις παραδόσεις, τα παραμύθια, τις παροιμίες, πλούτο πρωτόγνωρο. Τα τελευταία χρόνια, με ατομική ή συλλογική πρωτοβουλία, βλέπουν το φως ανάλογες εκδόσεις που αναδεικνύουν ένα πλούσιο πρωτογενές υλικό, γλωσσικό, ιστορικό, κοινωνικό, που συνιστά μια έξοχη "προφορική λογοτεχνία".

Τα πρώτα γραπτά δείγματα της Βλάχικης γλώσσας έχουν την αφετηρία τους στα μέσα του 18ου αιώνα, και είναι κυρίως επιγραφές με ελληνικό αλφάβητο και κείμενα λογίων λεξικογράφων, με ελληνικό και λατινικό αλφάβητο.

Η πρώτη γραμματική της Βλάχικης γλώσσας, του Μ. Μπογιατζή, τυπώθηκε το 1813 στη Βιέννη. Για τον  εγγραμματισμό της Βλάχικης γλώσσας προτείνει το λατινικό αλφάβητο  "καθώς έκαμαν πολύ πρότερον και όλες οι θυγατέρες της Λατινικής". Στην τελευταία Βλάχικη γραμματική των Πανεπιστημιακών Ν. Κατσάνη - Κ. Ντίνα (Θεσσαλονίκη 1990), η βλάχικη γλώσσα καταγράφεται με λατινικά στοιχεία, συμπληρωμένα με στοιχεία του Ελληνικού αλφάβητου.

Η επιλογή βέβαια αλφάβητου, και σήμερα δεν είναι  πολύ απλή, γιατί υπάρχουν πολλές παράμετροι (ιστορικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές, πολιτικές) που πρέπει να παρθούν υπόψη. Ηαπροκατάληπτη όμως και χωρίς σκοπιμότητες επιστήμη δεν μπορεί να αρνηθεί ότι μια νεολατινική γλώσσα, όπως η Βλάχικη,  μπορεί να εγγραμματιστεί πιο αποτελεσματικά με το λατινικό αλφάβητο.

Η βλάχικη γλώσσα, που κάποτε τη μιλούσαν πλατειές μάζες στα Βαλκάνια, σήμερα - μέρα με τη μέρα - χάνεται. Η γλώσσα συρρικνώθηκε από λόγους όχι φυσικούς, αλλά ιστορικούς και κοινωνικούς. Παρόλα αυτά, η βλάχικη γλώσσα και μέσα στις αντίξοες σύγχρονες ισοπεδωτικές συνθήκες της έντονης αστικοποίησης, της διάλυσης των παλιών κλειστών κοινωνικών δομών, της επικοινωνίας, αποτελεί μια πραγματικότητα.

Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό, και να μην αντιμετωπίζεται η βλάχικη γλώσσα με καμιά απαξιωτική διάθεση, γιατί όπως λέει ο μεγάλος σύγχρονος διανοούμενος Noam Tsomsky δεν υπάρχουν καλές ή κακές γλώσσες, ανώτερες ή κατώτερες, αλλά υπάρχουν γλώσσες αναπτυγμένες ή λιγότερο ή καθόλου ανεπτυγμένες, με τις οποίες επικοινωνούν οι άνθρωποι.

Η Bλάχικη ως επί το πλείστον παραμένει προφορική. Απόπειρες να γραφεί έχουν γίνει αρκετές κάνοντας χρήση είτε του λατινικού είτε του ελληνικού αλφαβήτου αυτές όμως από λόγιους, γλωσσολόγους και λεξικογράφους. Ενδεικτικά κατά χρονολογική σειρά:

Επιγραφες

Το αρχαιότερο δείγμα βλάχικου γραπτού λόγου είναι η επιγραφή του ιερομονάχου Νεκτάριου Τέρπου πάνω σε ξύλινη εικόνα του 1731 που ανακαλύφθηκε το 1950. Προέρχεται απο τη Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου της Αρδενίτσας (Ardenița), μικρό χωριό της κοιλάδας της Μουζακιάς, κοντά στην κωμόπολη Fieri της σημερινής Αλβανίας. Την περιγραφή της εικόνας πρώτος έκανε ο Αλβανός ιστορικός Dhimitër Shuteriqi το 1952. Η εικόνα παριστά την Παναγία να κρατάει στην αγκαλιά της τον Ιησού. Η κυρίως εικόνα έχει διαστάσεις 15,9 x 10,5 ενώ στο σύνολο είναι 23 x 16,2. Στα περιθώρια της εικόνας υπάρχει διακόσμηση με δέντρα και επιγραφές. Πάνω από τη μορφή της Παναγίας είναι γραμμένο στα ελληνικά: Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΑΡΔΕΥΟΥΣΑ. Κάτω επίσης στα ελληνικά: ΑΝΑΣΣΑ ΜΗΤΡΟΠΑΡΘΕΝΕ ΒΟΗΘΗΣΟΝ ΤΟΙΣ ΔΟΥΛΟΙΣ ΣΟΥ. Κάτω απο αυτήν την επιγραφή και προς τα σριστερά σε λατινική μικρογράμματη γραφή: Regina Mater et Virgo auxiliare Servis tuis. Στο άνω δεξιά περιθώριο και περίπου στο ύψος της κύριας εικόνας σε ελληνική μικρογράμματη γραφή αποδίδεται η αλβανική μετάφραση της επιγραφής: Βήργκηνε Μάμε ἐπεραντίσ οὐρά πρέ νέε φάς τόρα τοι. Στο αντίστοιχο αριστερό μέρος είναι γραμμένο με ελληνική μικρογράμματη γραφή το βλάχικο κείμενο: Βίργιρε Μοὐμαλ τουμνεζί ὦρε τρέ νόϊ πεκετόσσλοιι. (Παρθένος η μητέρα του Θεού δεήσου και για εμάς τους αμαρτωλούς.) Στη μέση και κάτω υπάρχει η χρονολογία ᾳψλα' (1731) και απο κάτω η υπογραφή: ο ιερομόναχος Νεκτάριος. Αντίγραφο της εικόνας υπάρχει και στις σελίδες του έργου του Νεκτάριου Τέρπου Βιβλιάριον καλούμενον Πίστις.

Άλλη επιγραφή γραμμένη στη βλάχικη γλώσσα υπάρχει σε μοναστήρι του χωριού Κλεινοβός Τρικάλων από τον ζωγράφο Μιχαήλ Αναγνώστου Δημητρίου από τη Σαμαρίνα με χρονολογία 1789. Οι στίχοι της επιγραφής είναι γραμμένοι σε τρείς γλώσες: Ελληνική (καθαρεύουσα), Απλή (δημοτική) και βλάχικη με ελληνικούς χαρακτήρες:

- ΦΟΒΩ ΠΡΟΒΑΙΝΕ ΤΗΝ ΠΥΛΗΝ ΤΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ.

ΤΡΟΜΩ ΛΑΜΒΑΝΕ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ.

ΙΝΑ ΜΗ ΚΑΤΑΦΛΕΧΘΗΣ ΠΥΡΙ ΤΩ ΑΙΩΝΙΩ.

Άλλο δείγμα βλάχικου γραπτού λόγου και αυτού γραμμένου με ελληνικούς χαρακτήρες είναι το τετράστιχο του αγγείου Simota των αρχών του 19 αιώνα:

Το τετράστιχο του αγγείου Simota

Καιλερύτου αμέου, μπια γίνου κα πι ατέου. Μούλτου σε νού μπιάε, σε νού τε βεμάη. Τρά σε νου τζη φάκε ρέου, τρα σε νου τε μπετου έου. Υναι ουάρε σε μπηάη, συ ακάσε τζη σε βάϊ

Λεξικα

Ο λόγιος Θεόδωρος Αναστασίου Καββαλιώτης εξέδωσε το 1770 στη Βενετία την "Πρωτοπειρία", ένα εγχειρίδιο με προσευχές, γνωμικά, διηγήματα και καταχωρημένες 1170 λέξεις σε τρείς κάθετες στήλες στην νεοελληνική, βλάχικη και αλβανική χρησιμοποιώντας το ελληνικό αλφάβητο για την αποτύπωση της βλάχικης.

  

Το 1802 ο Δανιήλ Μοσχοπολίτης εκδίδει την "Εισαγωγική Διδασκαλία", ένα τετράγλωσσο λεξικό της ελληνικής, της εν Μοισία βλάχικης, της βουλγαρικής και της αλβανιτικής. Και εδώ χρησιμοποιήθηκε το ελληνικό αλφάβητο για την αποτύπωση της βλάχικης.

Ο Κωνσταντίνος Ουκούτας εκτύπωσε το 1797 στο τυπογραφείο των αδελφών Μαρκίδων Πούλιου στη Βιέννη την Νέα Παιδαγωγία, ένα αλφαβητάριο - εγχειρίδιο εκμάθησης της βλάχικης γλώσσας γραμμένο εξ' ολοκλήρου με το ελληνικό αλφάβητο που περιέχει απλά και σύντομα κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου μεταφρασμένα στα βλάχικα.

Η «Τέχνη της Ρωμαϊκής αναγνώσεως» είναι το δεύτερο βιβλίο του Γεώργιου Κωνσταντίνου Ρόζια και δημοσιεύθηκε το 1809, μόλις έναν χρόνο μετά τις «Εξετάσεις περί των Ρωμαίων», αυτή τη φορά στη Βούδα. Τυπώθηκε στο βασιλικό τυπογραφείο του Πανεπιστημίου της Ουγγαρίας και είναι γραμμένο επίσης σε δύο γλώσσες, στα ρουμάνικα με κυριλλική γραφή και στα ελληνικά.

Στους σύγχρονους καιρούς :

Νικολαϊδης, Κων/νος, 1909, Ετυμολογικόν Λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης.

Κολτσίδας Αντώνιος, 1978, Γραμματική και λεξικό της Κουτσοβλαχικής διαλέκτου. Κατσάνης Ν., Κ. Ντίνας, 1990, Γραμματική της κοινής Κουτσοβλαχικής.

Το Ετυμολογικόν  Λεξικό της Κουτσοβλάχικης Γλώσσης του Κ.Νικολαΐδη (1909) περιλαμβάνει 6.657 λέξεις εκ των οποίων οι 3.560 έχουν ελληνική προέλευση, 2.605 λατινική, 185 σλάβικη, 150 αλβανική και οι υπόλοιπες 157 άγνωστη. Μάλιστα σε πολλές από τις ελληνογενείς λέξεις η ετυμολογία ανάγεται στους πρωτοαρχαιοελληνικούς και ομηρικούς χρόνους.

Στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης (Ανέμη) μπορεί κανείς να δεί και να κατεβάσει ολόκληρο το Ετυμολογικόν λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης του Κωνσταντίνου Νικολαΐδη.

Ετυμολογικόν λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης υπό Κωνσταντίνου Νικολαΐδου, Aθήνα 1909.(κλικ στο View Document ή στο Download Document)

Λεξικό της Κουτσοβλαχικής του Λιβαδίου Ολύμπου, Κώστας Ε. Προκόβας

Λεξικό Ελληνο-Βλαχικό, Νίκος Μαλαβάκης