Βλάχικη γυναικεία φορεσιά απο το Χιονοχώρι Σερρών

Oivlaxoi.gr Παραδοσιακές φορεσιές Leave a Comment

Καρλίκιοϊ ήταν το όνομα της Κουτσοβλαχικής κοινότητας, που σχηματίστηκε από τους Αβδελλιώτες του νομού Γρεβενών, όταν απόδημοι από το φόβο διώξεων του Αλή Πασά κίνησαν να βρουν άλλα βουνά, καινούργια πατρίδα γι’ αυτούς και τα κοπάδια τους.

Χιονοχώρι μετέφρασαν στα ελληνικά το χωριό τους οι Κουτσόβλαχοι κάτοικοί του.
Περίπου δύο αιώνες, από το τέλος του 18ου ή τις αρχές του 19ου αιώνα, ανέπνεαν τον καθαρό αέρα του Σερραϊκού βουνού (Μενοίκιου). Τώρα πια κάτι ερημόσπιτα και μερικοί τσομπαναραίοι μείναν, για να μη σβήσει η θύμηση του χωριού τόσο γρήγορα, αφού για πρώτη φορά το 1947, ύστερα από κρατική διαταγή, εγκαταλείφθηκε εξαιτίας της ανώμαλης κατάστασης εκείνων των καιρών, ενώ πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, ζητώντας πιο σύγχρονους όρους ζωής, κατέβηκαν ξανά στα γειτονικά μέρη (Οινούσα, Άγιο Πνεύμα και Σέρρες) και οι τελευταίοι από εκείνους τους λίγους, που νοσταλγοί του παρελθόντος είχαν ξαναγυρίσει στο χωριό.

Μελετώντας τη φορεσιά των Βλάχων αυτού του χωριού (είκ. 1, 2) μιλούμε για τη φορεσιά των Βλάχων εκείνων (Αβδελλιωτών, Γραμμοστάνηδων) που ξεκίνησαν από τα μέρη της Πίνδου, τη βλάχικη φωλιά μπορεί να πει κανείς, κι εγκαταστάθηκαν σε τόπους της Ανατολικής Μακεδονίας (Σιδηρόκαστρο, Χριστός, Πρώτη, Ροδολείβος, Προσοτσάνη, Μικρούπολη, Χιονοχώρι), αποφεύγοντας τις διώξεις του Αλή Πασά στις αρχές του περασμένου αιώνα  [1] .

Η φορεσιά τους είναι μια απόδειξη της αποδοχής και προσαρμογής, στα δικά τους δεδομένα, των αστικών επιδράσεων που δέχτηκε η ζωή τους. Μόλις μετά τον τελευταίο πόλεμο άρχισαν να τη βγάζουν, ενστερνιζόμενοι το πνεύμα της σύγχρονης εποχής.

Η παρουσία της στο Λύκειο Ελληνίδων Σερρών και στις κασέλες λίγων γερόντων Βλάχων είναι κατάλοιπο μιας ζωής ενός συνόλου ανώνυμων κτηνοτρόφων με τις ίδιες συνήθειες. Κι η ζωή τους αυτή, που είναι γεμάτη απ’ αργαλειό, κεντήματα και ρόκα, δοσμένη στην περιποίηση των ζωντανών τους, πέρασε πια στην ιστορία μαζί με τη φορεσιά τους που έγινε κομμάτι της μελέτης της λαϊκής ελληνικής τέχνης.

Μέσα σε μια φύση πάντα βουνίσια οι Βλάχοι από το Χιονοχώρι χαίρονταν μια ζωή που δεν ξέρει να κρυφτεί και δε φοβάται μήτε τα χρώματα μήτε τα πολλά στολίδια – άλλωστε αυτός ο αυθορμητισμός της ψυχής μαζί με την άλλοτε μεγάλη κι άλλοτε μικρότερη προσήλωση στην παράδοση είναι οι κρίκοι που δένουν σ’ ένα σύνολο τη λαϊκή τέχνη ενός τόπου.

Κάτω απ’ αυτές τις προϋποθέσεις η βλάχικη γυναικεία φορεσιά από το Χιονοχώρι είναι βασισμένη σε μια «μόδα» που κράτησε στοιχεία από μια παράδοση αιώνων, ενώ δέχτηκε τη «γραμμή» της αστικής.

Είναι δουλεμένη σε μάλλινα χειροποίητα υφαντά και βελούδα αγοραστά. το βαμβάκι, άφθονο εκείνη την εποχή στις Σέρρες, υφαίνεται για τον καθημερινό παλιό σαγιά τους, το πουκάμισο, την τραχηλιά και άλλα συμπληρωματικά εξαρτήματα («πεσκήρι», «τσεβρέδες», «ζαβόνι»). Μεταξωτά είναι ο νυφιάτικος σαγιάς τους κι οι κατοπινές μαντήλες για το κεφάλι.

Μιλώντας για τη γυναικεία φορεσιά εννοούμε εκείνη που φορούν μετά τα 15 περίπου χρόνια τους. Αλλά και τα παιδιά ακόμη έχουν τα ίδια ρούχα, χωρίς την «κιτσούλα» (κάλυμμα κεφαλιού) και φυσικά τα πολλά στολίδια.

Είκ. 1. Νέα με γιορτινή φορεσιά

Σε χρόνια πολύ παλιά η φορεσιά ανήκε στον τύπο της χωρικής (το ότι είναι κοντή ως τη γάμπα οφείλεται στη βουνίσια ζωή τους). Στο συμπέρασμα αυτό μας οδηγούν ορισμένα κατάλοιπα κομμάτια της φορεσιάς, π.χ. το πουκάμισο, η «κιτσούλα», η υφαντή ποδιά, ο νυφιάτικος σαγιάς. Άλλωστε οι ηλικιωμένοι Βλάχοι θυμούνται μάλλινους σαγιάδες, ενώ που και που βρίσκεται κάποιος ξεχασμένος βαμβακερός. Ο τύπος όμως αυτός διαφοροποιήθηκε, παίρνοντας πολλά στοιχεία της αστικής φορεσιάς (π.χ. «φούστα», βελούδινη ποδιά, «μεϊντάν»). Συνέχιζαν εν τούτοις να δουλεύουν όλα σχεδόν τα κομμάτια της φορεσιάς με τα εγχώρια υλικά. Αργότερα, μέχρι και σήμερα ακόμη, στις γιορτές φορούν το βελούδινο φουστάνι, «κατηφέ», κατά ολοκληρωτική επίδραση της σύγχρονης πια εποχής.

Καθημερινά φορούν τό πουκάμισο, τό «μεϊντάν», τήν «κιτσούλα» καί το μάλλινο ή βαμβακερό σαγιά, πού σε κατοπινή εποχή άντικαθίστα- ται άπό τή «φούστα», ή πιο σπάνια φοριέται σαν πανωφόρι. Στις γιορτές, άλλοτε για πανωφόρι πάνω άπό τήν φούστα κι άλλοτε στή θέση τής «φούστας», φορούν τό «τσιπούνι», ένω στή θέση τού «μεϊντάν» τά πρόσθετα μανίκια καί τό «σκορτάκ». Στό γάμο, σε χρόνια παλιά, ό μεταξωτός σαγιάς αντικαθιστά τό μάλλινο ή βαμβακερό σαγιά, ένω στά κατοπινά χρόνια πολλές φορές φοριέται πάνω άπό τήν «φούστα»· τό «σκορτάκ» καί ή «κι- τσούλα» είναι τότε καταστόλιστα.

ΕΙκ. 2. Νέα πον πλέκει γαϊτάνι

’Απαριθμώντας ενα-ένα, μέ τή σειρά πού τά φορούσαν, τά μέρη τής γυναικείας χιονοχωρίτικης φορεσιάς θά τήν περιγράφουμε για νά δούμε άπό κοντά όλη τή «γραμμή» τής σύνθεσής της.
Μάλλινες κάλτσες, «λεπούτς», σκεπάζουν τά πόδια ως τό γόνατο. Είναι πλεκτές μέ 5 βελόνες, «κιρλίτζι». Σέ σκούρο φόντο σχηματίζουν στενές ρίγες οριζόντιες μέ χρυσές διαχωριστικές γραμμές. Τά ένδιάμεσα διαστήματα διακοσμούνται μέ διάφορα σχέδια, συνήθως γεωμετρικά, καμωμένα στήν πλέξη (είκ. 3, σχ. α).
Στά νεώτερα χρόνια φορούν κάλτσες λεπτές, μακριές.
Τά παπούτσια τους, μαύρα συνήθως, τ’ άγοράζουν άπό τούς «κουντουράδες» (παπουτσήδες) των Σερρών. Είναι από δέρμα «σεβρώ» καί συγκρα- τοΰνται μπροστά μ’ ενα λουράκι. Έχουν πίσω μικρό τακούνι, ενώ μπροστά σχέδια, αντικριστά τοποθετημένα, άνά ενα στά δύο παπούτσια, στολίζουν την επάνω επιφάνεια.

Είκ. 3. Μάλλινες κάλτσες

 

 

 

 

 

Σχ. α. Γεωμετρικά σχέδιασε μάλλινες κάλτσες. 1. «Κιγκέλ» (άσπρη ρίγα, σμάρι», με κόκκινα διακοσμητικά λουλούδια), 2. ((Λάμια». 3. σΌκλι» (μάτι)

Πουκάμισο

Κατάσαρκα φορουν απλό άσπρο πουκάμισο, τό «κμέσι», συνέχεια τού αρχαίου καί ρωμαϊκού χιτώνα [2].
Είναι βαμβακερό, χειροποίητο ύφαντό, ως τή γάμπα, άμέσως κάτω άπό τό γόνατο, όπακούοντας έτσι στήν άνάγκη τής κοντής φορεσιάς, όπως τό επιβάλλει ό τόπος καί ό τρόπος τής ζωής τους πού θέλει ευκινησία — κοινό χαρακτηριστικό των ορεινών φορεσιών, π.χ. τής Καταφυγιώτικης φορεσιάς.

Άποτελεΐται από 7 κομμάτια ΰφάσματος (σχ. β). Τέσσερα «λαγκιόλια», ραμμένα άνά ενα στις δυο πλευρές του κεντρικοϋ μέρους (έμπρός καί πίσω), κάτω άκριβώς άπό τά μανίκια, στή μασχάλη, δίνουν σχήμα «έβαζε» στο πουκάμισο. Τά μανίκια, όρθογώνια παραλληλόγραμμα κομμάτια, είναι κάπως φαρδιά, κάθετα ραμμένα στο κεντρικό κομμάτι του πουκάμισου. Τή γραμμή αύτή του πουκάμισου τήν έχουν καί τά νεώτερα πουκάμισα τής φορεσιάς άπό τό Ρουμλούκι, πού είναι πιο άπλά άπό τά παλιά [3]. Ή λαιμουδιά, «γκούρ ντί κμέσι», είναι άπλή καί κουμπώνει στα νεώτερα πουκάμισα μέ κουμπιά, «νάστερι».

Σχ. β. Πουκάμισο

Τό κατακόρυφο έμπρός άνοιγμα είναι αρκετά βαθύ. Στα παλιότερα πουκάμισα ή λαιμουδιά είναι κεντημένη μέ στενό κέντημα μέ γεωμετρικά σχέδια, πού είναι πιό κατάλληλα γιά τήν περίπτωση (τετράγωνα, τρίγωνα κ.λ.). Υπάρχουν καί πουκάμισα μέ λαιμουδιά άκέντητη, μιά καί φορούν άπό πάνω τήν πρόσθετη κεντημένη τραχηλιά. Κάτω ό γύρος—τέλειωμα—τού πουκάμισου καί τά μανίκια διακοσμούνται στόχρώμα τής βελούδινης ποδιάς (συνήθως πράσινο, μπλέ, κόκκινο), μέ άπλό στενό κέντημα πού περιορίζεται πάντοτε σέ μιά σειρά «ψαροκόκκαλο», επάνω σέ «γραφτό» σχέδιο. Μιά δαντέλλα άσπρη, στενή ώς 2 ή 3 εκατοστά, δουλεμένη μέ «κασνάκι» σέ διάφορα μο- τίβα, είναι τό διακοσμητικό τελείωμα στό γύρο τού πουκάμισου, πού φαίνεται κάτω άπότόν παλιότερο «σαγιά» ή τή νεώτερη «φούστα» τής φορεσιάς, μιά καί αύτά είναι πιό κοντά (είκ. 1). Στήν περίπτωσή μας ό «σαγιάς» ή ή «φούστα» είναι λίγο πιό κοντά άπό τό πουκάμισο, γιατί κι αύτό, όπως είπαμε, φτάνει ώς τή γάμπα, έξαιτίας τού βουνίσιου τόπου. Γι’ αύτόν άκριβώς τό λόγο καί τό κέντημα στό γύρο τού πουκάμισου είναι στενό.

Τό στοιχείο αύτό κατέληξε, ασυναίσθητα στήν αρχή καί συνειδητά άργότερα μπορεί να πή κανείς, ιδιαίτερα στις φορεσιές πού είναι κοντές ώς τή γάμπα, σαν ενα στοιχείο θηλυκότητας· κάτι πού διατηρήθηκε άπό άλλο- τινούς καιρούς μέχρι καί σήμερα άκόμη, λιγότερο βέβαια, ιδιαίτερα στις φορεσιές των μικρών κοριτσιων. Κάτι ανάλογο πετυχαίνεται καί στά μανίκια του πουκάμισου, γιατί κι αυτά, με τό λιγοστό κέντημα καί τήν ιδιόρρυθμη δαντέλλα, «φουρκέτ», είναι πιό μακριά άπό τά πρόσθετα μανίκια τής φορεσιάς. Ή δαντέλλα αυτή, «φουρκέτ», πλέκεται μέ «κασνάκι» καί φουρκέτα. Στό τελείωμά της στερεώνονται πούλιες, «σπαρτζίς», σέ χρώμα χρυσα- φί, πού παιχνιδίζουν με τό παραμικρό κούνημα τοϋ χεριού.
Οί κοπέλλες ράβουν περίπου 20 πουκάμισα στήν προίκα τους.

Τραχηλιά

Πάνω άπό τό πουκάμισο φορούν τήν τραχηλιά, «κε- πτάρν», χειροποίητο υφαντό ή μερικές φορές αγοραστό, άπό βαμβάκι πιό λεπτό άπό τού πουκάμισου. Στό μέσο είναι κεντημένη μέ καμβά. Τά σχέδια δέν είναι ορισμένα, συνήθως όμως είναι μια σειρά άπό γεωμετρικά σχήματα (τετράγωνα, ρόμβους κ.λ.), κατάλληλα γιά τήν περίπτωση, σέ χρώματα ανάλογα μέ τά χρώματα τής φορεσιάς (δηλ. κόκκινο, πράσινο, μπλέ, γκρι κ.λ.). Μιά ταινία άπό τό ίδιο ύφασμα, σουρώνοντας λίγο τήν τραχηλιά, κουμπώνει πίσω στό λαιμό. Οί πλούσιες Χιονοχωρίτισσες, σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις, φορούν «κεπτάρν ντί σίρμ», μεταξωτή δηλ. τραχηλιά, μέ «αζούρ» στήν ύφανση καί «νερβύρ».

Σαγιάς

Κοντότερος άπό τό πουκάμισο είναι ό χειριδωτός σαγιάς. Ό καθημερινός είναι μάλλινος ή βαμβακερός «μπαμπακωτός» («καπιτονέ»), όπως καί ό σαγιάς «κάμπογα» στον Αύγερινό τής Κοζάνης [4]. Τέτοιοι τώρα μεΐναν ελάχιστοι.
Είναι μονόχρωμος ή «ριγέ», «μπαϊρούς», μέ τσέπες σχιστές στή ραφή των δύο λοξών κομματιών, «λαγκιολιών» (σχ. γ). Πίσω, γύρω στό λαιμό τό ύφασμα άνασηκώνεται κάπως σχηματίζοντας είδος κολλάρου. Ό νυφιάτικος σαγιάς είναι μεταξωτός (τό ύφασμα τό αγόραζαν τελευταία άπό τούς Εβραίους), συνήθως μέ ρίγες. Τό νυφιάτικο μεταξωτό σαγιά τόν διατήρησαν καί όταν άκόμη φόρεσαν τή «φούστα». «Ετσι μέχρι τό τέλος φορούσαν γιά νυφικό τό μεταξωτό ριγέ σαγιά. Τό μεταξωτό αυτό σαγιά τόν φορούν μετά τό γάμο, γιά γιορτινό, οί γυναίκες μέχρι τά 30 περίπου χρόνια τους. Μετά τήν ήλικία αύτή βάζουν μάλλινο ή βαμβακερό σαγιά σέ σκούρα χρώματα.
Τά μανίκια τού σαγιά έχουν «καπάκια», άνασήκωμα δηλ. τής άκρης τών μανικιών, πού είναι φοδραρισμένα στό μέρος αύτό μέ ύφασμα μονόχρωμο, άνάλογο μέ τό χρώμα τού σαγιά. Τό τελείωμά τών καπακιών διακοσμείται μέ 6 περίπου σειρές από γαϊτάνια καί χρυσογάϊτανα. ’Ανάλογη μέ τήν δια- κόσμηση αυτή είναι καί ή διακόσμηση των «καπακιων» τής ποδιάς τοϋ σα- γιά πού άναδιπλώνονται δεξιά καί αριστερά. Οί καλοκαιρινοί σαγιάδες είναι χωρίς μανίκια. Έτσι φαίνονται ολόκληρα τά μανίκια τοϋ πουκάμισου. Τά τελειώματα τοϋ σαγιά διακοσμοΰνται μέ μαϋρα συνήθως γαϊτάνια. Στή μέση κουμπώνει μέ μάλλινα χειροποίητα κουμπιά άπό γαϊτάνια, πού δένονται σέ κόμπο (είκ. 4).

Φούστα

’Αργότερα φοροΰν τή «φούστα» (είκ. 5, σχ. δ) πάνω άπό τό πουκάμισο, έγκαταλείποντας τό μάλλινο καί βαμβακερό σαγιά, πού τόν χρησιμοποίησαν γιά λίγο καιρό ακόμη σάν πανωφόρι. Ό νυφιάτικος εξακολουθεί μέχρι τό τέλος νά φοριέται στό γάμο.
Ή φούστα είναι ανοικτή μπροστά ώς τόν όφαλό, ένώ προς τά κάτω τά δύο εμπρός φύλλα είναι ραμμένα. Φόρεμα χωρίς μανίκια ή «φούστα», γίνεται πάντοτε άπό χειροποίητο μάλλινο υφαντό, άπό έγχώριο δηλ. υλικό. Τό κάτω μέρος τής «φούστας», άποτελούμενο άπό 8 συνήθως παραλληλόγραμμα κομμάτια, φύλλα ύφάσματος (άλατζάς, 4 μιτάρια-2 πατήτρες), γίνεται μέ ύφά- δι άπό κλωστή γνεμμένη στή ρόκα, πού γι’ αυτό είναι στριφτή μέ κάπως τροχιά ύφή. Έτσι όμως τό ύφασμα σχηματίζει εύκολα πιέτες («κλίνι»). Τό έπάνω μέρος τής «φούστας», πού εφαρμόζει καλά στό σώμα, ύφαίνεται μέ ύφάδι τυλιγμένο στό τσικρίκι (δίμιτο, 4 μιτάρια-4 πατήτρες). Αύτό τό ύφασμα άντέχει πιό πολύ, γι’ αύτό καί αποτελεί τό έπάνω μέρος τής «φούστας» πού φθείρεται πιό εύκολα.

Είκ. 4. Μάλλινο χειροποίητο κουμπί. ΟΙ διάφορες φάσεις του δεσίματος

Ή «φούστα» έχει πάντοτε κόκκινο κεραμίδι χρώμα (τό μαλλί βαμμένο μέ κρεμέζι). Μόνο οί «φοϋστες» τών ήλικιωμένων καί οί πένθιμες είναι σκούρες μπλέ πού κι αύτές, όπως καί τις κόκκινες, τις έχουν έτοιμες άπό τήν προίκα τους. Ή καλύτερη «φούστα» είναι 2,5 όργιες φαρδιά, γιά να κάνη πολλές πιέτες. Οί πολλές Ισοπαχείς πιέτες στο μάλλινο ύφασμα, επηρεασμένες άπό τά μεταξωτά των άστικών φορεσιών, δίνουν μιά αίσθηση ανεμελιάς καί ξενοιασιάς, χαρακτηριστικά μιας ασυναίσθητης παιδικότητας πού δέν μπορεί νά μάς ξεφύγη. Ή «φούστα», κοντή λίγο πιο πάνω άπό τό πουκάμισο, όπως καί ό σαγιάς, είναι προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις τής βουνίσιας ζωής. Σουρώνει στή μέση μέ σούρα φαρδιά, γιατί τό ύφασμα είναι χοντρό- μάλιστα γιά νά μή χαλούν οί πιέτες, κάτω άπό τόν ποδόγυρο συγκρατούν- ται μέ μιά μάλλινη κλωστή (τό μαλλί πού γνέθεται γιά ράψιμο λέγεται «κιάν- τιμ»), Αύτό γίνεται καί σ’ άλλα μέρη τής «φούστας», όπως καί στό «τσι- πούνι», γιά νά διατηρούνται οί πιέτες όταν δέν τή φορούν. Γιά νά γίνουν οί πιέτες σ’ ενα τόσο χοντρό ύφασμα, άφοΰ τις τσακίσουν κάθε 3 ή 5 έκ., τις ράβουν σφιχτά τή μιά κοντά στήν άλλη. Μετά βρέχουν τή «φούστα» καί τήν αφήνουν νά στεγνώση κάτω άπό βαριές πέτρες.

ΕΙκ. 5. ‘Η ((φούστα»

Κάτω στον ποδόγυρο 4 ή 5 γαϊτάνια, σέ χρώμα μαύρο, κόκκινο, μπλέ, περιτριγυρίζουν τή «φούστα» σχηματίζοντας έτσι μιά στενή, ως δύο έκ., διακοσμητική φάσα. Στή μέση ή «φούστα» συγκρατεΐται μέ γαϊτάνι, ενώ 5 ή 6 άλλα γαϊτάνια τήν κυκλώνουν. Τό μεσαίο γαϊτάνι είναι συνήθως χρυσό πλεγμένο μέ μαύρο.

Τσιπούνι

Τήν ϊδια έποχή πού φοριέται ή «φούστα» ετοιμάζουν στήν προίκα τους καί τό «τσιπούνι», είδος φουστανέλλας, πού αντικαθιστά στις έξαιρετικές περιπτώσεις τή «φούστα», ή φοριέται σαν πανωφόρι πάνω άπό τήν «φούστα», όπως μερικές φορές καί ό σαγιάς. Είναι υφαντό χειροποίητο (δίμιτο). Έχει κι αύτό κόκκινο χρώμα για τίς νέες καί σκούρο μπλέ, πού φαίνεται σά μαύρο, για τίς ήλικιωμένες γυναίκες, ή για ώρες πένθιμες. Τό «τσιπούνι» είναι μπροστά, ώς κάτω, ανοικτό, μέ δυό χειροποίητα κουμπιά (είκ. 4) στή μέση για να συγκρατήται.

Είκ. 6. Τό τσιπούνι

Σχ. ε. Τσιπούνι για τις νέες Σχ.                                                                                                                       στ. Τσιπούνι ηλικιωμένων. ‘Ηπίσω οψη

Ή.γραμμή του για τίς νέες δίνεται μέ πολλά κατακόρυφα «λαγκιόλχα» πίσω, πού σχηματίζουν πιέτες (είκ. 6, σχ. ε).
Άπό τήν άλλη μεριά στο «τσιπούνι» των ηλικιωμένων δίνουν τήν ίδια οπτική εντύπωση 3 οριζόντια φύλλα, «λαγκιόλια», συμμετρικά τοποθετημένα προς ενα κατακόρυφο κεντρικό, «μάννα», στό πίσω μέρος (σχ. στ).
Βελούδινο. Στα νεώτερα χρόνια τό βελούδινο, συνήθως σκούρο γαλάζιο φουστάνι, «κατηφές», άντικατάστησε οριστικά τό «τσιπούνι» καί τή «φούστα». Μέ πέτο-γιακά καί μακριά στενά μανίκια, άνοικτό μπροστά ως τή μέση, κουμπώνει μέ κουμπιά, ενώ τό κάτω μέρος σχηματίζει πιέτες (είκ. 7).

Μανίκια

Τά μανίκια άπό βελούδο άγοραστό, συνήθως πράσινο ή μπλέ, είναι άνεξάρτητα άπό τή «φούστα». Ενώνονται μεταξύ τους μέ μιά φαρδιά λουρίδα στό ίδιο χρώμα, πού κρύβεται κάτω άπό τή «φούστα» (είκ. 8). Δεν φθείρονται εύκολα, γιατί τά φορούν μόνο στις γιορτές. Γι’ αυτό έχουν ενα ζευγάρι μανίκια, ένώ μερικές «φούστες» γιά νά άλλάζουν αυτές τίς φορούν καί στή δουλειά τους όλη μέρα.
«Οπως καί τά μανίκια τού σαγιά, έτσι κι αύτά άνασηκώνονται γιά νά σχηματίσουν «καπάκια». Τό τελείωμά τους διακοσμείται μέ ταινίες βελούδινες σέ χρώματα άνάλογα (κόκκινο, πράσινο, μαύρο) μέ ενδιάμεση μιά χρυσή άγοραστή δαντέλλα, «τσουπάρι». Κωνικά κουμπιά, «νάστερι», είναι ραμμένα στά θηλυκάκια ένός γαϊτανιού (σέ κάθε δεύτερη θηλιά), πού άπο- τελεΐ τό πλαίσιο των «καπακιων». Σφαιρικά κουμπιά, «κοκορέκια», στολίζουν τά «μπρουμάνικα» τής φορεσιάς τοϋ Ρουμλουκιοϋ [5].

Είκ. 8. Μανίκια με ((καπάκια)) καί «σκορτάκ»

Μεϊντάν

Καθημερινά πάνω ή κάτω άπό τή «φούστα» δέ φορούν τά πρόσθετα μανίκια πού τά κρατούν γιά γιορτινά, άλλά τό «μεϊντάν», είδος γιλέκου με μανίκια (είκ. 9).
Είναι βελούδινο καί περιτριγυρίζεται μέ στενή σειρά άπό γαϊτάνια. Μπροστά στο στήθος δεν κουμπώνει κι έτσι φαίνεται ή τραχηλιά. Δεξιά κι άριστερά συνήθως άπό ένα λουλούδι, καμωμένο μέ χάντρες, διακοσμεί τήν πρόσοψη τού «μεϊντάν», όταν φοριέται πάνω άπό τή «φούστα».
Ποδιά. Ή. καθημερινή ποδιά είναι μάλλινη χειροποίητη ύφαντή μέ κεντήματα στήν ύφανση. Σχηματίζει ρίγες κάθετες μέ τήν ένωση δύο υφαντών κομματιών. Γύρω τό τελείωμα έχει κρόσσια. Θαυμάσιες είναι οί υφαντές ποδιές μέ χρυσόνημα στήν ύφανση (είκ. ΙΟβ). Ή ποδιά άπό σαγιάκι σπαθίζει, έχει διακόσμηση άπό γαϊτάνια καί χρυσογάϊτανα (είκ. 10α). Τά δια- κοσμητικά αύτά μοτίβα εναρμονίζονται μ’ εκείνα άπό τό πανωφόρι, «σάρκα» (είκ. 12).
Ή γιορτινή ποδιά, στά νεώτερα χρόνια, είναι πάντα βελούδινη στο ίδιο χρώμα μέ τά πρόσθετα μανίκια. Σκεπάζει μπροστά τό «σαγιά» ή τή «φούστα» έχοντας τό ίδιο μάκρος. Γύρω, γύρω έχει γαϊτάνια καί 1, 3 ή 5 σιρίτια.

’Ανάμεσα στα γαϊτάνια μπαίνει «τσουπάρι ντί χρυσάφι» (δαντέλλα χρυσή), καί θεωρείται κάκιωμα γιά οποία δεν τήν έχει. Στή μέση ή βελούδινη ποδιά σουρώνει ή σχηματίζει «σφικοφωλιές», όπως μερικές φορές καί ή «φούστα». Πάντοτε ή ποδιά αυτή είναι φοδραρισμένη γιά νά στέκεται στητή.

ΕΙκ. 9. «Μεϊντάν»

ΕΙκ. 10. Ποδιά από σαγιάκι καί ποδιά υφαντή

Ζώνη

Άσημοζούναρο ζώνονταν πάνω άπό τό σαγιά στά παλιότερα χρόνια. Άποτελοΰνταν άπό 30 έως 60 ελάσματα συνδεδεμένα μεταξύ τους («…καί με τό σημοζούναρο χαμλά, χαμλά ζωμένο…»). Τώρα δέ σώζεται καμιά τέτοια ζώνη στο χωριό.
«Ζωνίτς» λένε τώρα στό χωριό τή ζώνη πού είναι καμωμένη άπό χάντρες, «μερζάλι», πλεγμένες με κουβαρίστρα στό κασνάκι (είκ. 11). Σέ χρώματα εναρμονισμένα μέ τά χρώματα τής φορεσιάς είναι πάντοτε φοδραρι- σμένη, πολλές φορές καί μέ δέρμα, γιά νά στέκεται στητή. Τά διακοσμητικά σχέδια είναι συνήθως γεωμετρικά (είκ. 11, α,γ), άλλα συναντούμε καί συνθέσεις μέ λουλούδια (είκ. 11, β).
«Ασπρη γραμμή, συνήθως ζίκ-ζάκ, σέ φόντο μαϋρο ήταν τό τυπικό μο- τίβο στις ζώνες των ήλικιωμένων γυναικών (είκ. 11, γ).

Είκ. 11. Χάντρινα διακοσμητικά εξαρτήματα, α, β, γ. ζώνες, δ. «μιγούρ». ε. φνλακτό. στ. «λίλίτς». ζ. δώρο της νύφης στο γαμπρό

Σκορτάκ.

Πάνω άπό τό μεταξωτό σαγιά, ή τή «φούστα» καί τό «τσι- πούνι», απαραίτητο γιορτινό εξάρτημα τής φορεσιάς είναι τό «σκορτάκ», ενα είδος γιλέκου χωρίς μανίκια. Πάντοτε είναι μάλλινο χειροποίητο σαγιάκι. Σταματά πάνω άπό τή μέση γιά νά φαίνεται ή ζώνη. Είναι κατάκοσμο άπό γαϊτάνια καί «ούτρές» (στριφτά κορδόνια) τοποθετημένα επάνω στό ύφασμα (άπλικέ) (είκ. 8, σχ. ζ.)

Σχ. ζ. «Σκορτάκ»                                                                                                                Σχ. η. Φάση πλεξίματος γαϊτανιού με 8 κλωστές

Γιά να γίνη ενα γαϊτάνι χρειάζονται 8 ή 10 κλωστές. Μέ τό πλέξιμο 8 κλωστών (σχ. η) τό γαϊτάνι εχει 4 ίδιες όψεις, ενώ μέ 10 κλωστές μόνο 2 όψεις.
Τέλος τό «σκορτάκ» πλαισιώνεται άπό τά κουμπιά, «νάστερι», συνήθως άνά δύο στο ίδιο χρώμα, όπως καί στά πρόσθετα μανίκια (είκ. 8).

Σάρκα

Πανωφόρι χωρίς μανίκια άπό σαγιάκι. Μέ τήν προσθήκη «λαγκιολιών» άπό τή μέση καί κάτω φαρδαίνει. Εσωτερικά εχει φλόκο, ένώ ή έξωτερική έπιφάνεια είναι λεία, διακοσμημένη μέ γαϊτάνια (είκ. 12).

Είκ. 12. Ή «σάρκα»

Κιτσούλα

Τό χαρακτηριστικότερο όμως εξάρτημα τής φορεσιάς τών Βλάχων αυτών είναι τό κάλυμμα του κεφαλιού, ή «κιτσούλα».
Ή βλάχικη «κιτσούλα» γίνεται άπό κόκκινη τσόχα σέ σχήμα κυλινδρικό (φέσι), έτσι πού νά στέκεται στητό στό κεφάλι, όπως ό «τεπές» τής κυπριακής φορεσιάς. Έχει ύψος 12 εκατοστά. ‘Όλη ή περίμετρος είναι κατάκοσμη άπό γαϊτάνια καί χρυσογάϊτανα ραμμένα σέ οριζόντιες σειρές. Τό ίδιο περίπου μοτίβο έπαναλαμβάνεται κι έδώ, όπως καί στό «σκορτάκ». Δαντέλλα χρυσή στεφανώνει τά γαϊτάνια γύρω άπό τήν «κιτσούλα». Δεξιά καί άριστερά άπό μιά στενή μικρή ταινία μέ χάντρες, «λιλίτς», (είκ. 11 στ, 1, 2, 13), πλεγμένες στό κασνάκι, συγκρατοΰν τήν πρόσθετη κοτσίδα άπό μαλλιά, πού τοποθετείται μπροστά πάνω στή «κιτσούλα». Χάντρες περασμένες στή κλωστή, αλυσίδες μικρές, φλουριά άσημένια καί χρυσά ή «σου- βάλετς» (φλουριά σφραγιστά μέ τό σχήμα τής σαΐτας) τή στολίζουν άκόμη πιο πολύ. Στο μέσο μπροστά, κατακόρυφα κρέμονται 5 ή 7 παραδάκια. Άλλα 30 φαίνονται λίγο γύρω άπό τήν «κιτσούλα».

Είκ. 13. ‘Η «κιτσούλα»

Τό «μιγούρ», λουρί πού συγκρατεί τήν «κιτσούλα» στο λαιμό, είναι πλεγμένο μέ χάντρες σε σχήματα τριγωνικά, πάνω σέ σκούρο φόντο (είκ. 11 δ, 2, 13). Μερικές φορές τό «μιγούρ» άκολουθεΐ τά μοτίβα τής ζώνης (είκ. 11γ, δ).
Στή κορυφή τής «κιτσούλας» δυό άσημένιες βελόνες, «ακ ντί σίμι», συγκρατοΰν τις κοτσίδες των μαλλιών καί τό «τεπελίκι» («τάσι»), ασημένιο 800 ή 600 βαθμών. Αύτό είναι δουλεμένο μέ σφυρήλατη τεχνική. Τό βασικό διακοσμητικό μοτίβο στό «τεπελίκι» είναι ό δικέφαλος αετός, θέμα άλλωστε τόσο άγαπητό στήν τουρκοκρατουμένη Ελλάδα, παλιό θυμητάρι βυζαντινό πού κάθε μορφή τέχνης τό δούλεψε μέ τά δικά της μέσα (τό συναντούμε στις έκκλησιές σέ τέμπλα, σέ φυλαχτά, πόρπες, ύφαντά, κεντήματα κ.λ.). Περιφερικά, σέ ομόκεντρους κύκλους, θέματα φυτικά, δοσμένα συμμετρικά καί άποδομένα φυσιοκρατικά, μ’ όση ελευθερία επιτρέπει ή σφυρήλατη τεχνική στό άσήμι, συμπληρώνουν τή διακόσμηση στό «τεπελίκι» (είκ. 13).
«Αλλο διακοσμητικό θέμα, πού συναντούμε στά «τεπελίκια», πολύ διαδεδομένο άπό τά έλληνιστικά ακόμη χρόνια, μέ άνατολίτικη καταγωγή, είναι καί τό θέμα τής γλάστρας (θέμα κυρίως τής ύφαντικής), πού παριστάνεται μέ τήν ϊδια τεχνική, στή θέση τού δικέφαλου αετού. Είναι άποδομένη μ’ ενα φυσιοκρατισμό, πού τείνει στή σχηματοποίηση. Σχηματοποιημένα έπίσης άνθέμια δίνονται μέσα σε τρίγωνα, συνέχεια μιας πανάρχαιης δια- κοσμητικής μορφής. Όλα σχεδόν μας όδηγοϋν σέ ρίζες προαιώνιες, κάθε φορά καινούργια διαπίστωση ότι ή λαϊκή τέχνη είναι βαθιά προσηλωμένη στήν παράδοση.

Κάτω άπό το «τεπελίκι» στερεώνεται μέ καρφίτσες μέ χάντρινο κεφάλι ή «βλάσκ» (τετράγωνη μαντήλα) κατά τέτοιο τρόπο, ώστε νά είναι ελεύθερες οι τρεις άκρες, γιά νά δεθούν κατόπι οί δύο ψηλά, γύρω άπό τήν «κιτσούλα» καί νά μείνη ή μεσαία ελεύθερη νά πέφτη ως τήν πλάτη, υποδηλώνοντας έτσι μαζί μέ τό λουρί (ιμάντα), πού συγκρατεΐ τήν «κιτσούλα», μιά κάποια σχέση μέ περικεφαλαία (είκ. 2 καί 13).

Είκ. 14. Ή «βλάσκ»

Ή «βλάσκ», βαμβακερή λεπτή, μονόχρωμη (μπλέ, πράσινη, κίτρινη) εχει γύρω διάκοσμο σταμπωτό άπό λουλούδια καί «φουρκέτ» (δαντέλλα), μέ χάντρες καί πούλιες, ενώ τελειώνει μέ κρόσσια (είκ. 14).
Ή «κιτσούλα» φοριέται καθημερινά μετά τό πρωινό νοικοκυριό τους, γιατί οί Βλάχες τήν άγαποΰν πολύ. Στις γιορτές εχει περισσότερα στολίδια, ενώ στο γάμο είναι καταστόλιστη μέ «τζουτζούφκια».
Οί ήλικιωμένες φορούν μόνο τό «φέσι», πού τό τυλίγουν μέ τό «πεσκί- ρι», άσπρο, υφαντό βαμβακερό, σκουλωτό άπό τή μιά μεριά πανί. Άπό πάνω βάζουν τή μαύρη μαντήλα πού τή γυρίζουν μετά κάτω στό λαιμό, γιά νά τή δέσουν στό τέλος ψηλά στήν κορυφή άπό τό «φέσι». «Ετσι φαίνεται μόνον μιά φαρδιά φάσα άπό τό άσπρο «πεσκίρι» (είκ. 15).
Στά νεώτερα χρόνια ή «κιτσούλα» άντικαταστάθηκε μέ τό «τσεμπέρι».

Γιορντάνια

Συμπληρώνοντας τήν περιγραφή τής φορεσιάς πρέπει να αναφέρουμε καί τά αναπόσπαστα στολίδια της, τά «γιορντάνια» («…ποιά είν’ αυτή πού έρχεται, πόρχεται άπ’ τή βρύση, μέ τό γκιορντάνι στο λαιμό, με τή λιανή τή μέση…»), χρυσά δηλ. φλουριά (ντοΰπλες) καί χάντρες περασμένες στήν κλωστή, σαν άρμαθιές, πού κρέμονται μπροστά, γαντζωμένα δεξιά κι άριστερά στούς ώμους (είκ. 1).

Είκ. 15. ‘Ηλικιωμένη με το «πεσκίρι» στην άκρη δεξιά (φωτογρ. τοδ 1909)

Τά φλουριά αύτά, δηλωτικά τού πλούτου καί τής κοινωνικής θέσης τους, είναι δώρο τοϋ γαμπρού στή νύφη· χωρίς αυτά γάμος δε γίνεται καί τόχουν καμάρι να τά φορούν γιατί δηλώνουν πλούτο. Καθώς είναι κινητά διακοσμη- τικά στοιχεία προκαλουν θόρυβο, κτυπώντας τό ενα πάνω στ5 άλλο στό ρυθμό τού χορού καί δίνουν έτσι καί μιά άκουστική άπόλαυση.
Βραχιόλι χρυσό μέ κρεμαστό φλουρί καί δακτυλίδι είναι τά άλλα δώρα τού γαμπρού. Τις καθημερινές ψεύτικα βραχιόλια καί δακτυλίδια στολίζουν τά χέρια τους. Σ’ όλα τούτα τά πράγματα δεν μπορούμε νά παραβλάψουμε όμως καί μιά τάση δεισιδαιμονίας πού τά θέλει φυλακτά άπό κάθε κακό.

Ζαβόνι

Τελειώνοντας δεν παραλείπουμε τό ζαβόνι. Μ’αύτό ή νύφη σκεπάζει τή μέρα τού γάμου τό πρόσωπό της γιά νά μή τή δή ό γαμπρός. Είναι κόκκινο, πολύ λεπτό, μέ πούλιες σέ διάφορα σχέδια (είκ. 16).
Τσεβρέδες. Οί «τσεβρέδες», άσπρα, λεπτά, κεντημένα μαντήλια, τοποθετούνται δεξιά κι άριστερά κάτω άπό τό ζωνάρι τής ποδιάς, συμπληρώνοντας έτσι, μέ τό πρόσθετο μικρό μαντήλι στή μέση τής ζώνης καί τή μακριά ταινία πού περνιέται γύρω στο λαιμό καταλήγοντας δεξιά καί αριστερά κάτω άπό τή ζώνη, τή νυφιάτικη φορεσιά.

«Υστερα άπό τήν περιγραφή του καθενός μέρους τής φορεσιάς των Βλάχων αυτών, μπορούμε νά πούμε ότι ό μεταξωτός ριγέ σαγιάς, τό νυφικό τους δηλ. φουστάνι, είναι κατάλοιπο τού τύπου τής χωρικής φορεσιάς, όπως καί τό πουκάμισο, ή «κιτσούλα», τό ζαβόνι, ή τραχηλιά.
’Αναμειγνύοντας άστικά στοιχεία ερραψαν τή «φούστα», τά πρόσθετα μανίκια μέ τά «καπάκια», τό «μεϊντάν», τή βελούδινη ποδιά, ένώ τό «τσιπούνι» είναι αντιγραμμένο άπό τά «τσιπούνια» των άνδρών. Αυτά σέ άσπρο χρώμα φορέθηκαν πιο πολύ καιρό άπό τούς άντρες, πράγμα πού δείχνει ότι ό άντρικός συρμός δέν άλλάζει τόσο γρήγορα όσο ό γυναικείος. Τό βελούδινο φουστάνι είναι επηρεασμένο ολοφάνερα άπό τή «μόδα» τής πόλης τών τελευταίων χρόνων.

ΕΙκ. 16. Σκηνή άπό βλάχικο γάμο. ‘Η νύφη σκεπασμένη με τό ζαβόνι (φωτογρ. τοΟ 1900)

Ό χαρακτηριστικός λοιπόν στις χωρικές φορεσιές σαγιάς είναι ό πιό παλιός έπενδύτης πού φορέθηκε άπό τούς Βλάχους ποιμένες καί κτηνο- τρόφους.
Μιά αισθητική θεώρηση τής φορεσιάς στό σύνολό της μάς δίνει ένα άρμονικό αποτέλεσμα, ενα ενιαίο δηλ. χρωματικό πλαισίωμα όλης τής φορεσιάς, πού πετυχαίνεται μέ τήν άσπρη φάσα γύρω στό τελείωμα τού πουκάμισου, πού φαίνεται κάτω άπό τό σαγιά ή τή «φούστα», στά μανίκια δεξιά κιάριστερά, καί μέ τήν άσπρη τραχηλιά έ π ά ν ω στό στήθος. Αυτό διαπιστώνεται σέ όλες σχεδόν τις χωρικές φορεσιές καί γίνεται πιο αισθητό ιδιαίτερα σ’ αυτές πού έχουν ενιαίες χρωματικές επιφάνειες (π.χ. στήν Καταφυγιώτικη).
Καθαρά διακοσμητικό κομμάτι, πού τό συναντούμε όμως σέ κάθε ελληνική φορεσιά, είναι ή ποδιά. Χωρίς νά έξυπηρετή κανένα πρακτικό σκοπό, δηλωτικό όμως τής προσωπικότητας καί φυλετικής προέλευσης τού καθενός, ή ποδιά, ιδιαίτερα ή υφαντή μέ τις κατακόρυφες ρίγες, μετριάζει τήν πλη- θωρικότητα τού κάτω μέρους τής «φούστας» καί εύθυτενίζει κάπως τήν κορμοστασιά τής κοπέλλας, προσδίνοντάς της μιά άπατηλή έντύπωση ύψους, πού κορυφώνεται στο κεφάλι μέ τήν ψηλή «κιτσούλα». Οί πιέτες τής «φούστας», ή ποδιά, ή τραχηλιά μπροστά στο στήθος καί επάνω ή «κιτσούλα» είναι στοιχεία πού δείχνουν μιά ενστικτώδη, αλλά φανερή τάση κατακορυ- φισμού, πού προσαρμόζεται στή φυσική τάση τού άνθρώπινου κορμιού—μιά αισθητική άντίληψη πανάρχαια όσο καί ό άνθρωπος, γνωστή στούς μύστες τής τέχνης, ένστικτώδης στούς λαϊκούς τεχνίτες.
Συνεχίζοντας τή θεώρηση τής φορεσιάς στο σύνολό της, διακρίνουμε άλλη μιά αισθητική άρχή, τήν επανάληψη δηλ. χαρακτηριστικών θεμάτων, άρμονικά τοποθετημένων σέ καίρια μέρη, πού δίνει ρυθμό στο σύνολο. Στήν περίπτωσή μας, μέ τις κατακόρυφες ρίγες των γαϊτανιών στο «σκορτάκ», έχουμε μιά προς τά πάνω συνέχεια στή θέα όλης τής φορεσιάς, ένώ τό άντί- θετο, δηλ. ένα αισθητικό σταμάτημα τού βλέμματος, πετυχαίνεται μέ τις οριζόντιες ρίγες των γαϊτανιών τής «κιτσούλας». ’Ασυνείδητη οπωσδήποτε ή έφαρμογή τής άρχής αύτής στή φορεσιά τών Βλάχων, παρ’ όλα αύτά όμως διαφαίνεται μιά συνέχεια, πού άντιδρά στις άναφομοίωτες καινοτομίες.
Τά γαϊτάνια στο «σκορτάκ», πού θυμίζει διακοσμημένο θώρακα, δίνουν ρυθμό μέ τή συμμετρική διάταξή τους καί μάς φέρνουν στό νοΰ τις κορδέλ- λες τών Σαρακατσαναίων μόνο πού οί τελευταίοι, νομάδες κι αυτοί όπως καί οί Βλάχοι, κρατούν τήν τέχνη τους μέσα σέ γεωμετρικά σχήματα, ένώ οί Βλάχοι κινούνται σέ μεγαλύτερη ελευθερία σχημάτων [6], πράγμα πού φαίνεται καί στής φορεσιάς τους τά λιγοστά κεντημένα μοτίβα (τραχηλιάς, πουκαμίσου, ζώνης). Είναι κάτι πού αποτελεί ένδειξη καί τής διαφορετικής έξέ- λιξής τους.
Τά χρυσογάϊτανα, πού τά φέρνουν άπό τήν Πόλη, τοποθετημένα σέ διαστήματα 5 έως 6 έκ. καί έναλλασσόμενα μέ τις σειρές τών μάλλινων γαϊτα- νιών, δίνουν στό «σκορτάκ» τήν έντύπωση ριγέ επίσημου υφάσματος. Οί ρίγες αύτές ακολουθούν τήν πλαστικότητα τού κορμιού, μέ τό άπευθείας γύρισμα προς τά πίσω (είκ. 2 καί 8). Τό χρυσογάϊτανο είναι ένδειξη πλούτου κι άρχοντιάς, γι’ αύτό καί ποθούν νάχη ή φορεσιά τους πολλά χρυσά γαϊτάνια. Είναι μιά άπλή μορφή χρυσοκεντητικής πού έμεινε άπό τά βυζαντινά χρόνια καί πού σ’αύτή τή βλάχικη φορεσιά διαφαίνεται καλύτερα στό«σκόρ- τάκ» καί στήν «κιτσούλα».
«Αλλη μορφή κεντήματος, έκτος άπό τά γαϊτάνια, πετυχαίνεται μέ τό πλέξιμο τής χάντρας στο «μιγούρ» (λουρί τής «κιτσούλας»), στά «λιλίτς», στα φυλακτά, στά γιορντάνια, στά διάφορα δώρα τής νύφης στο γαμπρό (φιδάκι κ.λ.) καί στή ζώνη. Οί χάντρες σχηματοποιούν οπωσδήποτε τά μο- τίβα στά εξαρτήματα αυτά, είναι όμως φανερή μια τάση γιά ελευθερία.

Είκ. 18. Νέα με φορεσιά τής Σαμαρίνας (φωτογρ. του 1910)

 

Είκ. 17. Βλάχα Χιονοχωρίτισσα σε ηλικία 15 χρόνων (φωτογρ. του 1910)

Δίνουν τήν εντύπωση ψηφιδωτού καί δεν άποκλείεται νά είναι μεταφορά εντυπώσεων άπό τά ψηφιδωτά των εκκλησιών. Αυτό γίνεται πιο αισθητό στή ζώνη γιατί οί χάντρες άπλώνονται σε μεγαλύτερη επιφάνεια. «Ετσι ή ζώνη δείχνει τον διακοσμητικό της ρόλο, ενώ συγχρόνως έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα, γνωστό άπό τά αρχαία χρόνια. Άπό τήν άλλη μεριά δίνει αισθητικά μιά ανάπαυση στό βλέμμα, γιά νά ξαναρχίση, θαρρείς, τό κοίταγμα υστέρα άπό κάποιο άναπαμό. Είναι δηλ. ή ζώνη μιά αρχή κι ενα τέλος, είναι ένας αισθητικός καί λειτουργικός δεσμός τού πάνω καί κάτω μέρους τής φορεσιάς γι’ αύτό κι άφορμή γιά έμπνευση διακόσμησης καί ανάδειξης τής θηλυκότητας. ‘Οπωσδήποτε βοηθά καί τή συγκράτηση τού ρούχου στό μέρος πού άλλάζει ή διάπλαση τού σώματος. «Ολη αυτή ή πληθώρα τών κοσμημάτων μέ τήν κάπως άνατολίτικη άντί ληψη στή βλάχικη φορεσιά άπό τό Χιονοχώρι, διαφαίνεται περισσότερο στην «κιτσούλα».

Τούτη τή φορεσιά, πού εξετάσαμε, άρχιζαν νά τη φορούν οί Χιονοχω- ρίτισσες σάν έφταναν σέ ήλικία γάμου, δηλ. μετά τά 15 τους χρόνια, όπως άναφέραμε καί στήν αρχή.
Κι αυτή ή παράδοση τής φορεσιάς τους διατηρήθηκε, περίπου μέχρι τόν τελευταίο πόλεμο, σέ κείνους τούς Βλάχους πού, ασχολούμενοι άποκλει- στικά με τήν κτηνοτροφία, δέχτηκαν αστικές έπιδράσεις πού όμως τις προσάρμοσαν στή δική τους ζωή, όπως οί Γραμμοστάνηδες, άπό τή Γράμμοστα τής Πίνδου, στό Σιδηρόκαστρο, στήν Προσωτσάνη κ.λ. καί οί Άβδελλιω- τες στό Χιονοχώρι των Σερρών. Κράτησαν έτσι αυτοί περισσότερο τά παραδοσιακά στοιχεία άναμεμειγμένα όμως μέ πολλά στοιχεία τής αστικής φορεσιάς (είκ. 17).
Άπό τήν άλλη μεριά σ’ εκείνους τούς Βλάχους πού έξαιτίας τοϋ τρόπου τής ζωής τους (εμπορικές συναλλαγές κ.λ.) ήρθαν νωρίτερα σέ μεγαλύτερη επικοινωνία μέ άστικά κέντρα, ήταν επόμενο καί νωρίτερα καί όλότελανά άστικοποιηθή ή φορεσιά τους. Κάτι τέτοιο συνέβη καί μέ τούς Βλάχους τής Άβδέλλας, τής Σαμαρίνας, τής Κρανιά; καί των γύρω περιοχών (είκ. 18).

 

 

Φωτεινή Οικονομίδου
περιοδικό Μακεδονικά, τόμος 13, 1973, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών

 

[1] Πολλές καί διαφορετικές είναι οί γνώμες πού διατυπώθηκαν γιά τούς Βλάχους σχετικά μέ τήν καταγωγή τους, τόν ιστορικό καί κοινωνικό ρόλο τους, τήν έτυμολογία τού ονόματος τους.
Ή βιβλιογραφία γιά τούς Βλάχους καλύπτει όλο τόν περασμένο αίώνα καί συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
’Από εθνολογικής πλευράς έξέτασαν τό θέμα οί: J. Thummans τό 1774 στή Λειψία. Γ. Ρ ό σ σ α ς τό 1808 στή Βουδαπέστη. F. Lenormant, Les patres valaques en Grèce, Paris 1865. K. Μ. Μ έ κ ι ο ς, ‘Ιστορία τής Ηπείρου, Κάιρον 1909. Π. Άρα- βαντινός, Χρονογραφία τής Ηπείρου, Άθήναι 1856 καί Μονογραφία περί Κου- τσοβλάχων, Άθήναι 1905. Κ. Παπαρρηγόπουλος, ‘Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Δ’. N. Β έ η ς, Άρθρον «Βλάχοι» στό Λεξ. Έλευθερουδάκη,τ. 3. Μ. Χρυσό χ ό ο ς, Βλάχοι καί Κουτσόβλαχοι, Άθήναι 1909. Ε. Κουρίλας, Ή Μοσχόπολις καί ή νέα Άκαδήμεια αυτής. Κ. Άμαντος, Άρθρον «Βλάχοι» στή Μεγάλη Έγκυκλοπαίδεια τοϋ Πυρσού, 1934. S. Papageorges, LesKoutsovalaques,Άθήναι 1908. Κ. Νικολαΐδης, Λεξικόν Κουτσοβλαχικής 1909. A. J. B. Wace-M. S. Thomson, The Nomads of the Balkans, London 1914. N. Jorga, Histoire des Roumains et de leur civilisation, 2e édition, Bucarest 1922 καί Introduction à la connaissance de la Roumanie et des Roumains, Bucarest 1927. B. R e cat as, L’état actuel du bilinguisme chez les Macédo-Roumains des Inde et le role de la femme dans le language, Paris 1934. G. Bratianu, Une enigme et un miracle historique, le peuple Roumain, Bucarest 1937. Th. C a p i d a n, Les Macédo-Roumains du Pinde, Paris 1937. X p. Ένισλείδης, Ή Πίνδος καί τά χωρία της Σπήλαιον, Γρεβενά, Σαμαρίνα, Άθηναι 1951. Α. Κεραμό- π ο υ λ λ ο ς, Τί είναι οί Κουτσόβλαχοι, Άθηναι 1939, Αρχαία ίστορία των Εβραίων, ή Αίγυπτος καί οί Βλάχοι. Θεσσαλονίκη 1952, Βλάχοι, «Ελληνικά», Παράρτημα 4, Θεσσαλονίκη 1953, Ό Στράβων, οί Περραιβοί καί οί Βλάχοι, «Έπιστ. Έπετηρϊς Φιλοσ. Σχολής Πανεπιστημίου ’Αθηνών», 1953/54. Τη λ. Κατσουγιάννης, Περί των Βλάχων τών ‘Ελληνικών χώρων, Θεσσαλονίκη 1964.
Οί μελετητές αύτοί κατατάσσονται σέ δύο κατηγορίες. Στήν πρώτη ανήκουν έκεϊνοι πού παραδέχονται τήν προέλευση τών Βλάχων άπό τή Δακία ή τή Μοισία, ένώ στή δεύτερη έκεϊνοι πού αναιρώντας τή θεωρία τών πρώτων, πιστεύουν ότι οί Βλάχοι είναι ιθαγενείς τών Ελληνικών χωρών καί δέν είναι ξένοι (Κατσουγιάννης).
Στις έρευνες αύτές διατυπώθηκαν διάφορες γνώμες γιά τήν έιυμολογία τοϋ ονόματος τών Βλάχων (Βέης, Κεραμόπουλλος, Κούμας).
Άπό άνθρωπολογικής πλευράς έξέτασε τούς Κουτσοβλάχους όΑ. Ν. Πουλιανός στήν έθνογενετική έρευνα «Ή προέλευση τών Ελλήνων», ’Αθήνα 1968.

[2] Α. Άποστολάκη, Κοπτικά ύφάσματα, Άθηναι 1932.

[3] Α. Χατζημιχάλη, Ελληνική λαϊκή τέχνη, Ρουμλούκι 1931.

[4] Α. Παραφεντίδου, Καταφυγιώτικη λαϊκή γυναικεία φορεσιά, Ελληνική Λαϊκή Τέχνη, Ε.Ο.Ε.Χ. 7, 1972.

[5] Σ’ όλη τή φορεσιά διαφαίνεται μιά αόριστη σχέση μέ τή φορεσιά τοϋ Ρουμλουκιοϋ.

[6]  Α. Χατζημιχάλη, Οί Σαρακατσάνοι, Άθηναι 1957.

Δείτε Επίσης

Κοινοποιηση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *