Ο Βλάχικος γάμος

Oivlaxoi.gr Ήθη και έθιμα Leave a Comment
Η επαφή με την παράδοση αποτελεί από τη μια, έκφραση αντίστασης στον ισοπεδωτικό σύγχρονο τρόπο ζωής και, από την άλλη, αφορμή για θύμηση της παλαιότερης ζωής, από την πλούσια παράδοση και την κουλτούρα των Βλάχων
Το προξενιό

Ο αρραβώνας είχε ιδιαίτερη σημασία στην κοινωνική ζωή των Βλάχων. Μέσα στις κλειστές κοινωνικές δομές, όπου η προσωπική ζωή της γυναίκας ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, το προξενιό ήταν κάτι παραπάνω από αναγκαιότητα. Τα συνοικέσια των Βλάχων γίνονταν κυρίως με προξενιό. Σπάνια παντρεύονταν οι Βλάχοι από ανάγκη. Τον κύριο λόγο είχε ο πατέρας ή ο στενός συγγενής της κοπέλας, στον οποίο έκαναν προτάσεις ή μεσολαβούσαν οι διάφορες προξενήτρες ή προξενητάδες. Πήγαιναν, συνήθως, μετά τη δύση του ήλιου, πάντα με κάποιες προφάσεις, κάθονταν κοντά στο τζάκι, που έκαιγε συχνά και το καλοκαίρι στο βουνό και ανακάτευαν τα κάρβουνα. Ήταν ο πιο συνηθισμένος τρόπος να δείξει μια προξενήτρα το σκοπό της επίσκεψής της και να ανοίξει σχετική συζήτηση. Καθώς οι κοινωνικές κάστες – εμποροβιοτέχνες και κτηνοτρόφοι – ήταν κλειστές, ήταν πολύ δύσκολο να γίνει αρραβώνας ανάμεσα σε διαφορετικές κάστες. Παράλληλα η ομορφιά, η εργατικότητα, η νοικοκυροσύνη και η τιμιότητα ήταν τα κύρια κριτήρια της επιλογής. Ο πατέρας της κοπέλας, που ήταν από τζάκι, διάλεγε ως γαμπρό εκείνον που είχε τη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη, δηλαδή εκείνον που πρόσφερε τα περισσότερα δώρα στην υποψήφια νύφη. Σε κάποιες περιοχές της Θεσσαλίας επικρατούσε το έθιμο να δίνουν οι νέοι στους γονείς της κοπέλας ως προίκα χρηματικό ποσό ανάλογο προς την ομορφιά της και την καταγωγή της. Γεγονός πάντως, ήταν ότι η συγκατάθεση της νύφης δεν ήταν υποχρεωτική.

Μετά το τέλος του προξενιού, την πρόταση στους γονείς της κοπέλας την έκαναν οι γονείς του παλικαριού. Στην περίπτωση που εξασφαλιζόταν η συμφωνία και αποφασιζόταν και από τις δύο μεριές το συμπεθεριό, οι δύο οικογένειες έδιναν το «λόγο». Οι γονείς του παλικαριού χάριζαν στη νύφη χρυσαφικό ή ασημικό, ως ένδειξη ότι θα κρατήσουν το λόγο τους. Αυτό το δώρο λεγόταν μικρό σημάδι, ενώ το μεγάλο σημάδι ήταν τα δαχτυλίδια και τα κοσμήματα, που αποτελούσαν το τελικό επισφράγισμα και χαρίζονταν στον αρραβώνα.

Ο αρραβώνας

Ο αρραβώνας και η ανταλλαγή των δαχτυλιδιών γίνεται συνήθως σε κάποιο πανηγύρι ή κάποια Κυριακή και πάντοτε βράδυ, όταν οι δουλειές της ημέρας έχουν τελειώσει. Την καθορισμένη βραδιά μια συντροφιά από φίλους και συγγενείς συναντιέται στο σπίτι του γαμπρού, όπου φτάνει και ένας παπάς. Τότε, χωρίς το γαμπρό, προχωρούν σιωπηλά προς το σπίτι της νύφης. Όταν φτάνουν τους υποδέχονται οι συγγενείς της. Η νύφη είναι κρυμμένη στο βάθος του σπιτιού με μερικές από τις καλές της φίλες και δεν εμφανίζεται. Αφού καθίσουν και κεραστούν κάποιο ρόφημα, ο μεγαλύτερος της παρέας του γαμπρού γνωστοποιεί το λόγο της επίσκεψής τους, που δεν είναι άλλος από το να αρραβωνιάσουν «τον καλό και εργατικό νέο» τους με «το καλό, όμορφο και εργατικό κορίτσι» της οικογένειας. Με την τυπική συγκατάθεση του γηραιότερου από τα μέλη της οικογένειας του κοριτσιού, έρχεται μέσα στο σπίτι ένα βλάχικο τραπέζι με το καλύτερο τραπεζομάντιλο στρωμένο και τρία πιάτα της σούπας, τα δύο γεμάτα γλυκά και το τρίτο άδειο. Στο άδειο πιάτο η παρέα του γαμπρού βάζει τα δώρα του αρραβώνα : ένα ή περισσότερα χρυσά νομίσματα, που μερικές φορές έχουν αλυσίδα για το λαιμό, ένα χρυσό δαχτυλίδι δεμένο σε μια κόκκινη ή γαλάζια κορδέλα και ένα μεταξωτό μαντήλι.

Από βλάχικο αρραβώνα στην Αβδέλλα (1927)

Μόλις η παρέα του γαμπρού φέρει τα δώρα του αρραβώνα, οι νέοι από την παρέα της νύφης ζητούν να ασημώσουν το πιάτο. Για το ασήμωμα ρίχνουν ασημένια νομίσματα και μ’ αυτά η παρέα της νύφης θα γλεντήσει δυο – τρεις μέρες αργότερα με ψητό αρνί και κρασί. Στη συνέχεια οι συγγενείς της νύφης βάζουν το δαχτυλίδι στο πιάτο και ο παπάς παίρνοντάς το με αυτό του γαμπρού, λέει μια σύντομη προσευχή. Αφού φιλήσει το δαχτυλίδι – δώρο της νύφης, το δίνει στους συγγενείς του γαμπρού να το φιλήσουν κι αυτοί. Το δαχτυλίδι το κρατούν οι δικοί του και του το δίνουν να το φορέσει όταν γυρίσουν σπίτι. Μια παρόμοια διαδικασία γίνεται και με το δαχτυλίδι – δώρο του γαμπρού, που το φιλούν όλοι οι συγγενείς της νύφης, και αφού το κρατήσουν, το δίνουν στη νύφη μαζί με τα άλλα δώρα του αρραβώνα. Καθένας που φιλάει το δαχτυλίδι εύχεται: «χαϊρλίτ’ κα σι στέφανι μπούνε!» (= καλά στέφανα). Αμέσως μετά την ευλογία των δαχτυλιδιών από τον παπά, όλοι λένε τρία τραγούδια, ποτέ λιγότερα ή περισσότερα από τρία. Το έθιμο έλεγε να πυροβολούν αυτή τη στιγμή με όπλα και τουφέκια. Φεύγοντας η παρέα του γαμπρού «κλέβει» κάποιο μικροαντικείμενο (μαξιλάρι, φωτογραφίες, κάτι που θα περάσει απαρατήρητο), και το δίνουν στο γαμπρό για να επιστραφεί την επομένη στο σπίτι της νύφης. Στο δρόμο για το σπίτι του γαμπρού τραγουδούν δυνατά και με κέφι. Καθένας φροντίζει να έχει μια χούφτα αλεύρι μαζί του και μόλις φτάσουν σπίτι, όπου τους υποδέχεται ο γαμπρός τον αλευρώνουν και του λένε : «να ζήσετε, ν’ ασπρίσετε σαν το αλεύρι!». Μ’ αυτόν τον τρόπο εύχονται μακροζωία. Το ίδιο κάνουν και στη νύφη οι συγγενείς της. Τόσο στο σπίτι του γαμπρού όσο και της νύφης, συγγενείς και φίλοι κάθονται για φαγοπότι και περνούν το υπόλοιπο βράδυ με χορό και τραγούδι.

Την επομένη, προς το μεσημέρι, οι φίλοι και συγγενείς του γαμπρού μαζεύονται και πάλι στο σπίτι του και πάνε ομαδικά στης νύφης μαζί με το γαμπρό, ο οποίος κάνει έτσι την πρώτη του επίσκεψη στα πεθερικά του. Τους σερβίρουν κουραμπιέδες, ψητό αρνί και ποτό. Τραγουδούν, χορεύουν και διασκεδάζουν ως το βράδυ.
Στους αρραβώνες, οι δυο οικογένειες καθορίζουν και την ημερομηνία του γάμου, που γίνεται συνήθως ένα χρόνο μετά. Όλον αυτό το χρόνο ο γαμπρός δε βλέπει ποτέ τη νύφη. Αν επισκεφθεί απροσδόκητα την οικογένειά της, αυτή θα κρυφτεί μόλις την ειδοποιήσουν ότι έρχεται. Αυτού του είδους η σεμνότητα εκτιμάται πάρα πολύ. Μια αρραβωνιασμένη κοπέλα που δεν τηρεί το καθιερωμένο έθιμο την κακολογούν. Έτσι, στο χρόνο του αρραβώνα, ο γαμπρός μόνο τυχαία μπορεί να δει το υποκείμενο της αγάπης του. Η μέλλουσα νύφη δεν πάει σε γιορτές, όπου είναι πιθανό να συναντήσει τον αρραβωνιαστικό της. Στη διάρκεια του αρραβώνα, οι συγγενείς του γαμπρού πάνε κάπου κάπου στης νύφης με «ποάμιλε» (φρούτα). Καθένας τους αγοράζει ένα μαντήλι και γλυκά. Τα βάζουν σ’ ένα καλάθι, το σκεπάζουν με άσπρο πανί, το δίνουν σ’ ένα αγόρι να το κουβαλήσει στο κεφάλι του, και πηγαίνουν στης νύφης. Πρώτα πηγαίνει το αγόρι και μετά οι αδερφές και ξαδέρφες εκείνου που στέλνει τα δώρα. Μόλις δεχτεί η νύφη τα δώρα και τα βγάλει από το καλάθι, βάζει στη θέση τους τρία ζευγάρια κάλτσες πλεκτές και ένα μαντήλι για τον κουβαλητή. Τη Σαρακοστή οι συγγενείς του γαμπρού στέλνουν και πάλι δώρα με τον ίδιο τρόπο, αλλά αντί για γλυκά βάζουν χαλβά. Το Πάσχα ο γαμπρός στέλνει στη νύφη μια λαμπάδα για την Ανάσταση.

Οι προετοιμασίες του γάμου

Όταν πλησιάζει στο τέλος ο χρόνος του αρραβώνα κι οι δυο οικογένειες είναι έτοιμες για το γάμο, οι συμπέθεροι κανονίζουν την ημερομηνία τέλεσης του μυστηρίου. Ο γάμος κρατάει μια εβδομάδα, από Τετάρτη σε Τρίτη, με συμμετοχή συγγενών, φίλων, μακρινών καλεσμένων και όλου του χωριού.

  • Τετάρτη

– στο σπίτι της νύφης

Την Τετάρτη, αργά το απόγευμα, μια κοπέλα, που και οι δυο γονείς της είναι στη ζωή, με ντύσιμο γιορταστικό, καλεί στο σπίτι της νύφης όλες τις φίλες της για να πάρουν μέρος στο ζύμωμα των εφτάζυμων. Σ’ αυτή τη διαδικασία, που διεξάγεται με τραγούδια παίρνουν μέρος και άλλες γυναίκες από το σόι της νύφης. Το ζυμάρι το τυλίγουν σε άσπρες μαντήλες και οι καλεσμένοι συγγενείς ρίχνουν χρήματα, που αργότερα τα μοιράζονται οι φίλες της, για να αγοράσουν κάτι που θα φορέσουν την ημέρα του γάμου.

– στο σπίτι του γαμπρού

Την Τετάρτη, το βράδυ, συγκεντρώνονται στο σπίτι του γαμπρού συγγενείς του για να φτιάξουν τα προζύμια. Τα γυναικόπαιδα ξεκινούν για την εκκλησία του χωριού. Δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, των οποίων ζουν οι γονείς, κρατούν στα χέρια τους από ένα «γκιούμι» με λίγο νερό. Στο δρόμο σταματούν τρεις φορές και συγκεντρωμένοι όλοι γύρω από τα δύο παιδιά λένε τραγούδι:

«γέμισε κρασί, γέμισε ρακί,
να έρθει η νύφη με τιμή».

Με τον ίδιο τρόπο γυρίζουν ξανά στο σπίτι του γαμπρού, όπου δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι και πάλι, που ζουν και οι δύο γονείς τους, κοσκινίζουν αλεύρι με τη σίτα σε μια σκάφη και μια ανύπαντρη κοπέλα φτιάχνει το προζύμι, που το γυρίζουν σ’ όλους τους καλεσμένους και το ασημώνουν (βάζουν κέρματα). Το ζυμάρι το βάζουν σ’ ένα άσπρο μαντήλι, αφού πρώτα «λερώσουν» μ’ αυτό την πεθερά και όσους είναι εκεί, για να «ασπρίσουν και να γεράσουν οι νεόνυμφοι». Έπειτα η μάνα του γαμπρού κρατά το ζυμάρι αυτό στο σπίτι της μέχρι που θα πάνε να πάρουν τη νύφη την ημέρα του γάμου (Κυριακή πάντοτε). Το βάζει, μαζί με δύο κουλούρες ψωμί και άσπρη σταφίδα, στο δισάκι. Μετά τη διαδικασία του ζυμώματος, η μητέρα του γαμπρού κερνάει στο σπίτι της τους καλεσμένους σταφίδες, λουκούμια και ξερά σύκα.

  •  Πέμπτη

– στο δάσος για ξύλα (σουρτσέλια στα βλάχικα)

Όταν ο γάμος γίνεται στα καλύβια, την Πέμπτη το πρωί οι συγγενείς της νύφης και του γαμπρού πηγαίνουν στο δάσος για ξύλα, τα οποία χρησιμοποιούν για να βράσουν το κρέας με τα μακαρόνια την ημέρα του γάμου, να ψήσουν τα εφτάζυμα και να κατασκευάσουν τα φλάμπουρα.

– στο σπίτι της νύφης

Στο σπίτι της νύφης ψήνουν τα εφτάζυμα και μαζεύονται όλα τα κορίτσια – φίλες της – και διπλώνουν τα προικιά της. Στην αρχή στρώνουν μία μπαντανία στη μέση του δωματίου και επάνω ρίχνουν ένα μεγαλύτερο άσπρο σεντόνι και πάνω σ’ αυτό αμύγδαλα, ρύζι, κουφέτα και νομίσματα για να είναι η νύφη καλορίζικη. Ύστερα βάζουν επάνω ένα αγόρι, για να κάνει η νύφη αρσενικά παιδιά, και διπλώνουν και τα άλλα προικιά με χορούς και με τραγούδια.

– στο σπίτι του γαμπρού

Δύο μεγάλα αγόρια, στενοί συγγενείς του γαμπρού, ετοιμάζουν στο δάσος τα λεγάμενα «φλάμπουρα» (=σημαίες). Τα κοντάρια τους είναι από ξύλο αγριαπιδιάς. Το ένα φλάμπουρο είναι από κόκκινο πανί με τέσσερις ή πέντε (περιφερειακά και στο κέντρο) άσπρες φούντες και προβατίσιο μαλλί, και το άλλο από άσπρο πανί με τέσσερις ή πέντε πάλι κόκκινες μάλλινες φούντες. Τα φλάμπουρα δένονται στα κοντάρια από ξύλο αγριαπιδιάς. Στα μυτερά άκρα μπήγουν τρεις στρογγυλές «μπουσουλίε» (=μαλακούς καρπούς βελανιδιάς ή μήλα). Αυτό είναι το σύμβολο του γάμου. Μόλις φθάνουν στο σπίτι του γαμπρού, στην αυλή αφήνουν τα λιανόξυλα, παίρνουν από ένα γλυκό και στη συνέχεια στήνουν χορό. Κρεμούν τα φλάμπουρα πάνω και αριστερά και δεξιά της πόρτας του σπιτιού, όπου θα γίνει ο γάμος. Εκεί μένουν επί σαράντα ημέρες για να δείχνουν ότι το σπίπ έχει γάμο, έχει χαρά.

  • Παρασκευή

– στο σπίτι της νύφης

Η νύφη δείχνει τα προικιά. (Αναπαράσταση βλάχικου γάμου από Σύλλογο βλάχων Βέροιας)

Την Παρασκευή το πρωί, μια νιόπαντρη συγγενής της νύφης καλεί τους συγγενείς και τους φίλους να δουν την προίκα της (πιρτσία), που είναι εκτεθειμένη σ’ ένα ειδικά προσαρμοσμένο δωμάτιο. Τα προικιά αποτελούνται από κιλίμια, βελέντζες, μαξιλαροθήκες, μαντήλια, κάλτσες, φορέματα και κάθε είδους ρουχισμό. Οι γονείς της νύφης προσπαθούν συνήθως να της δώσουν όσα ρούχα θα χρειαστεί σ’ όλη της τη ζωή. Στα προικιά, που είναι όλα υφαντά
στον αργαλειό, είναι αποτυπωμένη η εργατικότητα, η δεξιότητα και το γούστο της νύφης. Οι στενοί συγγενείς και οι φίλοι αρχίζουν να φέρνουν δώρα και στο γαμπρό και στη νύφη. Ειδικά στη νύφη φέρουν διάφορα χρηστικά δώρα : χάλκινα σκεύη, τηγάνια, ταψιά, τεντζερέδες για το νέο σπιτικό που θα ανοίξουν οι νιόπαντροι. Τα δώρα αυτά έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα.

– στο σπίτι του γαμπρού

Στενοί συγγενείς φέρνουν σφαχτά (κανίσκια) και οι φίλοι και σχεδόν όλο το χωριό, κουλούρες από ζυμωτό ψωμί.

  • Σάββατο

ΤΑ ΣΦΑΧΤΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ-ΑΒΔΕΛΑ (1927)

Το Σάββατο το πρωί, μια νιόπαντρη – με μάνα και πατέρα στη ζωή – καλεί τους συγγενείς του γαμπρού, να πάρουν μέρος στο τραπέζι και το γλέντι αυτής της βραδιάς, στο σπίτι του. Σ’αυτό το γλέντι βοηθούν με κάθε τρόπο οι φίλοι και τιμητικοί σύνοδοι του γαμπρού, που ανοίγουν το γλέντι. Παράλληλα, την ίδια βραδιά του Σαββάτου, στο σπίτι της νύφης γίνεται το γλέντι του αποχαιρετισμού. Από νωρίς το πρωί, τόσο στο σπίτι του γαμπρού όσο και της νύφης, αρχίζουν οι προετοιμασίες για το βραδινό τραπέζι. Όλοι οι συγγενείς είναι σε εγρήγορση. Άλλοι περιμένουν τα κλαρίνα και τα βιολιά, άλλοι περιμένουν τους συγγενείς που φέρνουν τα σφαχτά. Όλοι σχεδόν είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν με χαρά. Από το απόγευμα του Σαββάτου, ειδικοί Ελληνόβλαχοι μάγειροι, που
γνωρίζουν καλά τη συνταγή της παρασκευής του βλάχικου γαμήλιου φαγητού, κόβουν το κρέας σε μερίδες και το ρίχνουν στα καζάνια, που στο μεταξύ έχουν μπει στη φωτιά με ξύλα από το δάσος.

Το τραπέζι γίνεται για όλο το χωριό και προσφέρεται χωριστά και από το γαμπρό και από τη νύφη. Όταν το φαγητό είναι έτοιμο, όσοι θέλουν να φάνε, έχουν φέρει πιρούνια από το σπίτι τους. Δεν υπάρχουν τραπέζια, απλώς στρώνουν στην αυλή του σπιτιού διάφορα μάλλινα στρωσίδια και εκεί πάνω κάθονται σταυροπόδι και τρώνε το λαχταριστό και νόστιμο κρέας με χοντρά
μακαρόνια. Εκείνα τα χρόνια δε γινόταν γάμος χωρίς κλαρίνα και βιολιά, χωρίς «όργανα», όπως έλεγαν. Τα «όργανα» έρχονται από νωρίς το Σάββατο και κατά το ηλιοβασίλεμα παίζουν το πρώτο τραγούδι, που είναι του σπιτιού, και είναι συγκινητικό γιατί φέρνει στη μνήμη αγαπημένα πρόσωπα που δεν είναι πια στη ζωή.

  • Κυριακή

– στόλισμα της νύφης

Το στόλισμα της νύφης από τις φιλενάδες της. (Αναπαράσταση βλάχικου γάμου από Σύλλογο βλάχων Βέροιας)

Στον οντά της η νύφη κάθεται στο παραθύρι της και δεκαπέντε με είκοσι φιλενάδες της τη στολίζουν. Πρώτα τη χτενίζουν και πλέκουν τα μαλλιά της κοτσίδες και ύστερα της φορούν το γιλέκο και το νυφικό της, το φλωράτο και γαϊτανοκεντημένο και την ομορφοπλουμισμένη ποδιά της. Στους ώμους της ρίχνουν τον «αρραβώνα», δηλαδή το λαχούρι μαντήλι με το οποίο ήταν σκεπασμένη η κουλούρα και τα δώρα που της έφερε η κουνιάδα της. Τέλος ένας αδερφός ή ξάδερφός της, της βάζει το μαύρο τσεμπέρι στα μαλλιά της και μετά κάποια έμπειρη κοπέλα ή γυναίκα το στερεώνει με καρφίτσες και φλουριά και με ιδιαίτερη τέχνη για να μην της φύγει. Στο μαντήλι καρφιτσώνουν και τη σκέπη για να καλύπτει το πρόσωπό της όταν θα την πάρουν για τα στέφανα. Τη νυφική στολή πληρώνει στο ράφτη ο πατέρας της νύφης. Κι ο γαμπρός, αν έχει τη δυνατότητα, ράβει ένα φουστάνι στη νύφη που θα το φορέσει τη Δευτέρα, όταν θα πάει στη βρύση για νερό. Κατά την τελετή του νυφοστολίσματος, όλες οι φιλενάδες της τραγουδούν συγκινητικά τραγούδια, που περιγράφουν το στόλισμα και λένε για τη δυσκολία του αποχωρισμού της νύφης από τους δικούς της. Απαγορεύεται να τη δουν οι άντρες και οι νέοι. Σε μια γωνιά κάθεται η μάνα της νύφης ντυμένη κι αυτή με την παραδοσιακή φορεσιά. Στο μεταξύ αρχίζουν κι έρχονται οι γυναίκες απ’ όλο σχεδόν το χωριό για ευχές και το «κέρασμα». Το κέρασμα είναι τα λεφτά. Πιάνουν το χέρι της νύφης και εκείνη, με τη σειρά της, από σεβασμό και εκτίμηση, φιλάει το χέρι των γυναικών που την κερνούν. Τα λεφτά η νύφη τα δίνει αμέσως στη μάνα της, η οποία τα βάζει στο μαξιλάρι. Οι ευχές είναι εγκάρδιες : – «σε κερνώ απ’την καρδιά μου». – «στ’ άσπρα να σε δω». Δίπλα από τη μάνα της νύφης κάθεται ένα παιδί, συνήθως αγόρι, και γράφει το ονοματεπώνυμο ξεχωριστά κάθε γυναίκας, που έρχεται για κέρασμα και το αντίστοιχο ποσό.

– Στο σπίτι του γαμπρού

Οι φίλοι του γαμπρού με τα αδέρφια και τα ξαδέρφια του, πηγαίνουν να πάρουν τον κουμπάρο, το νουνό, από το σπίτι του με κλαρίνα και βιολιά. (Η σχέση του νουνού με το γαμπρό, η κουμπαριά, αρχίζει με τη βάφτιση. Ο νουνός είναι ο πνευματικός πατέρας του κουμπάρου και με τη στέψη η σχέση γίνεται στενότερη και συνεχίζεται με τη βάφτιση των παιδιών του γαμπρού). Στο γάμο ο νουνός έχει τον πρώτο λόγο και το «βέτο» κι αυτός φροντίζει για την αρμονική διεξαγωγή του γάμου. Αυτός ορίζει και τη σειρά στο χορό και χορεύει πρώτος με τη νουνά στο χορό μετά τα στέφανα. Φέρνει κανίσκι στο γάμο, δηλαδή ψητό σφαχτό, στολισμένο με λουλούδια και βασιλικό και μια νταμιτζάνα κόκκινο κρασί. Ίδιο κανίσκι φέρνει και ο μπράτιμος ( ο καλύτερος φίλος του γαμπρού από τα παιδικά του χρόνια, που στο γάμο γίνεται αδερφός του, βλάμης). Όλοι μαζί, κουμπάρος και παρακούμπαροι, γυρίζουν στο σπίτι του γαμπρού για να τον ξυρίσουν.

– Το ξύρισμα του γαμπρού

Ο μπράτιμος ξυρίζει το γαμπρό (Αναπαράσταση βλάχικου γάμου από Σύλλογο βλάχων Βέροιας)

Το ξύρισμα του γαμπρού είναι ένα από τα πιο μεγάλα και εντυπωσιακά γαμήλια έθιμα. Ο μπράτιμος χτενίζει και ξυρίζει το γαμπρό. Μαζεύονται στενοί συγγενείς του και ένα αγόρι και ένα κορίτσι κρατούν, ο ένας από τη μία μεριά και ο άλλος από την άλλη, απλωμένη μια μεγάλη πετσέτα προσώπου (αμπόλια), στην οποία όλοι ρίχνουν λεφτά. Στη διάρκεια του ξυρίσματος ακούγονται από τη μια μεριά τραγούδια και από την άλλη τα μουσικά όργανα.
Μετά το ξύρισμα ο γαμπρός ντύνεται με την παραδοσιακή φορεσιά (φουστανέλα μάλλινη). Κάθε ρούχο του πρέπει να είναι τελείως καινούριο. Εκτός από το γαμπρό, φορούν παραδοσιακές ενδυμασίες και οι συγγενείς του, γυναίκες και άνδρες. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και στο σπίτι της νύφης. Όταν πια ο γαμπρός είναι έτοιμος, η μάνα του στρώνει ένα ύφασμα, που έχει η ίδια υφάνει, από το τζάκι του σπιτιού μέχρι την πόρτα. Ο γαμπρός ξεκινάει από το τζάκι περπατώντας πάνω στο ύφασμα. Εκεί, στο τέλος του υφάσματος, στην πόρτα, στο πρώτο σκαλοπάτι, οι συγγενείς του έχουν βάλει ένα ταψί και μέσα σ’αυτό ένα μαστραπά με νερό ή κρασί Ένας ένας καλεσμένος περνάει και τον αποχαιρετάει ρίχνοντας κέρμα στην κούπα. Από αυτό το κρασί, όταν τελειώσει ο αποχαιρετισμός, πίνουν λίγο ο γαμπρός, οι γονείς του και ο μπράτιμος. Ο αποχαιρετισμός είναι συγκινητική στιγμή και δύσκολα οι παρευρισκόμενοι συγκρατούν τα δάκρυά τους, που πιο πολύ τα παρακινούν τα λόγια και η μουσική των τραγουδιών:

«ν’ αποχαιρετήσω τον καλό πατέρα
την καλή μου μάνα, τα καλά αδερφάκια,
τα καλά ξαδέρφια».

Βέβαια ο γαμπρός δεν αλλάζει σπίτι, όπως η νύφη, αρχίζει όμως μια καινούρια ζωή και οι σχέσεις του με τους δικούς του θα αλλάξουν.

  • Το νυφόπαρμα

– υποδοχή του γαμπρού

Ο ταϊφάς μαζί με το γαμπρό ξεκινούν για τη νύφη. Βγαίνοντας ο γαμπρός από το σπίτι του, κλωτσάει το μαστραπά με το πόδι του (για να είναι η έγγαμη ζωή δροσερή σαν το νερό), πατάει το ταψί και βγαίνει έξω. Στην τσέπη του βάζουν ένα κλειδί. Μπροστά πηγαίνουν τα κλαρίνα και τα βιολιά παίζοντας και τραγουδώντας μαζί το σιχαριάτη41, που έχει κούκο στο κεφάλι. Ακολουθούν οι
συγγενείς και φίλοι χορεύοντας και τραγουδώντας. Όταν φθάνουν στο σπίτι της νύφης, το οποίο έχει προειδοποιηθεί, τους περιμένουν συγγενείς και φίλοι της. Πρώτος συναντά τον πεθερό ο σιχαριάτης, του δίνει να πιεί κόκκινο κρασί και εύχεται «να μας ζήσουν». Ο συμπέθερος ανταποδίδει την ευχή και όλοι πίνουν για τα χαϊρλίτικα. Ο γαμπρός και ο μπράτιμος πηγαίνουν μπροστά για να
χαιρετήσει ο γαμπρός τα πεθερικά του, που τον περιμένουν στο πρώτο σκαλοπάτι. Ο πεθερός γεμίζει ένα ποτήρι με κρασί τρεις φορές και ο γαμπρός πίνει μια γουλιά κάθε φορά και το υπόλοιπο το χύνει πίσω, μια από το δεξί και μια από τον αριστερό ώμο του (για να είναι ο έγγαμος βίος ευωδιαστός, όπως το κρασί). Την τρίτη φορά το άδειο ποτήρι το βάζει στην τσέπη του για να το δώσει
στον παπά που θα τους στεφανώσει. Κάνει τρεις μετάνοιες στον πεθερό, του φιλάει το χέρι του, τον φιλάει και τρεις φορές. Τα ίδια ακριβώς κάνει και η πεθερά του, η οποία τον «ζώνει με το μακρύ μαντήλι του». Σύμφωνα με την παράδοση, η πεθερά πρέπει να του δώσει ένα μακρύ μεταξωτό μαντήλι, που πρέπει να το φυλάξει και να το φοράει σε κάθε μεγάλη γιορτή. Όταν τελειώσει τους χαιρετισμούς, βγάζει από την τσέπη του ένα μήλο, τρυπημένο με κέρματα και το ρίχνει με όλη του τη δύναμη πάνω στη σκεπή του σπιτιού της νύφης. Όλα τα παιδιά τότε τρέχουν να το βρουν, και για τα κέρματα αλλά και γιατί πιστεύουν πως όποιος το βρει έχει σειρά για παντρειά.

Μετά την τελετουργική υποδοχή του γαμπρού, ο ταϊφάς μπαίνει στο σπίτι και δύο νέες κερνούν με το δίσκο γλυκό. Οι σερβιτόροι, που είναι συγγενείς της νύφης, σερβίρουν τους μεζέδες και κερνούν το πιοτά. Οι συμπέθεροι με το νουνό και το γαμπρό και οι πιο μεγάλοι και σεβαστοί κάθονται στο σεράι, ενώ οι γυναίκες και οι πιο νέοι πηγαίνουν στο διπλανό δωμάτιο, το καθιστικό.

– Η έξοδος της νύφης από το σπίτι:

Ο μπράτιμος πηγαίνει στον οντά, που βρίσκεται η νύφη στολισμένη για να της φορέσει τα ποδήματα. Η νύφη όμως «κλωτσάει» τα παπούτσια κι έτσι ο μπράτιμος καταφεύγει στη μέθοδο της δωροδοκίας : μόλις την κερνάει τότε δέχεται να τα φορέσει. Όλα πια είναι έτοιμα για τον αποχαιρετισμό της νύφης, το συγκινητικότερο σημείο του γάμου. Η νύφη θ’ αφήσει τα πατρικά της και θα πάει σ’ ένα σπίτι ολότελα ξένο γι’ αυτήν. Αρχίζουν οι γυναίκες να τραγουδούν και να το λένε σα μοιρολόγι:

«- έβγα κόρη στην αυλή σου
– για κοντοκαρτερείτε να πατώ στη σκάλα,
να ριχτώ στη σέλα
ν’ αποχαιρετήσω τον καλό πατέρα,
την καλή μου μάνα, τα καλά αδερφάκια,
τα καλά ξαδέρφια».

Οι συμπέθεροι παίρνουν τη νύφη – Σαμαρίνα (1911)

Η νύφη συγκινείται όταν την αποχαιρετάει το σόι και την κερνάει. Στο τέλος, κλωτσάει ένα λαγήνι με κρασί κι η μάνα της βάζει στην τσέπη της μια κλειδαριά ανοιχτή, που θα την κλείσει το βράδυ, όταν πλαγιάσει «για να είναι κλειστά τα στόματα του κόσμου» και θα την καταχωνιάσει στον πάτο της κασέλας. Τη νύφη παίρνουν από το χέρι ο πατέρας της και ο θείος της. Στο μεταξύ, ορισμένοι συγγενείς της φορτώνουν σε τρία άλογα τα προικιά της, δηλαδή το μάλλινο σπιτικό ρουχισμό της, που βρίσκεται σε μπαούλα, πάνω στα οποία ρίχνουν μπαντανίες, φλοκάτες και διάφορα εντυπωσιακά παραδοσιακά είδη, κουβέρτες, μαξιλάρια. Από το καπίστρι των αλόγων δένουν ένα άσπρο μαντήλι. Όλοι μαζί, νύφη, γαμπρός, κουμπάρος και συγγενείς παίρνουν το δρόμο για την εκκλησία. Μπροστά πηγαίνουν οι μουσικοί και οι τραγουδιστές. Στο δρόμο, δεξιά και αριστερά, περιμένουν όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του χωριού, οι οποίοι ακολουθούν κι εκείνοι μετά τη γαμήλια πομπή στην εκκλησία.

Μπροστά πηγαίνει ο ταϊφάς του γαμπρού και πίσω της νύφης. Ο νουνός και η νουνά με τη λαμπάδα και τα στέφανα προπορεύονται, ενώ ο γαμπρός και ο μπράτιμος μένουν τελευταίοι. Αντίθετα η νύφη πηγαίνει μπροστά και πίσω της τραγουδώντας ακολουθεί το ταϊφάς της. Περπατάει «ανάρια ανάρια», που λέει και το τραγούδι, ίσια σα λαμπάδα, χαμηλοβλεπούσα και με τα χέρια σταυρωμένα στο ζωνάρι της. Όπου βλέπει πολύ κόσμο συγκεντρωμένο, γυρίζει
και κάνει τρεις μετάνοιες. Στην αυλόπορτα της εκκλησίας, η νύφη κάνει τρεις μετάνοιες στο νουνό και στη νουνά πρώτα, και ύστερα στον πεθερό και την πεθερά της. Και οι τέσσερις την κερνούν. Η πεθερά τής βάζει στην αγκαλιά ένα μικρό αγόρι από το σόι «για να κάνει η νύφη αγόρι». Η νύφη το κρατά για λίγο στην αγκαλιά της, το φιλά τρεις φορές και του δίνει τρεις φορές να πιεί κρασί από ένα λαγήνι. Προτού μπει στην εκκλησία κάνει επίσης τρεις μετάνοιες στην πόρτα και μετά αυτοί που την κρατούν, την παραδίδουν στο γαμπρό και στον μπράτιμο. Εκείνοι την πηγαίνουν στο κέντρο του ναού, όπου τους περιμένει
ο παπάς για να τους στεφανώσει

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

To μυστήριο του γάμου γίνεται σύμφωνα με το τυπικό της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Όταν μπαίνουν όλοι στην Εκκλησία, στέκονται μπροστά σ’ ένα τραπέζι, που βρίσκεται στο μέσο του ναού και πάνω σ’ αυτό βρίσκονται το Ευαγγέλιο, τα στέφανα, η κουλούρα που έφερε ο νουνός και από την οποία
έχουν κοπεί τρία μικρά κομμάτια, επίσης τα δαχτυλίδια και ένα ποτήρι κρασί. Μπροστά από το τραπέζι στέκονται ο γαμπρός με τη νύφη στα αριστερά του. Ακριβώς πίσω τους ο νουνός. Η νουνά αριστερά της νύφης και δίπλα τους ένα παιδί με δίσκο. Μόλις ο παπάς αρχίσει την πρώτη δέηση, κάθε φίλος του γαμπρού πρέπει να ακουμπήσει στο βιβλίο μια ή δυο πεντάρες. Όταν τελειώσει
η δέηση, ο παπάς παίρνει τις τέσσερις λαμπάδες, τις ανάβει και τις δίνει μια στο γαμπρό , μία στη νύφη και δύο στο νουνό. Ακολουθεί η αλλαγή των δαχτυλιδιών και των στεφάνων. Γυρίζουν γύρω από το τραπέζι τρεις φορές με το νουνό να τους ακολουθεί. Στο μεταξύ οι παρόντες γεμίζουν με γλυκά (κουφέτα) και ρύζι, που βρίσκονται στο δίσκο του παιδιού και ραίνουν το ζευγάρι. Στο τέλος του μυστηρίου ο πεθερός και η πεθερά της νύφης αρχικά, πλησιάζουν το ζευγάρι και το φιλούν πρώτα στο μέτωπο και ύστερα στα μάγουλα. Η νύφη τους φιλά το δεξί χέρι και της δίνουν ένα

στέφανα - Σαμαρίνα (1911)

Η νύφη στο σπίτι του γαμπρού μετά τα στέφανα – Σαμαρίνα (1911)

νόμισμα μικρό. Στη συνέχεια χαιρετούν οι γονείς της, οι λοιποί συγγενείς και οι φίλοι. Μετά την ολοκλήρωση της τελετής, οι νεόνυμφοι βγαίνουν από την εκκλησία. Οι οργανοπαίχτες, που περίμεναν στην αυλή, αρχίζουν ξανά τη μουσική και τα τραγούδια. Η επιστροφή από την εκκλησία στο σπίτι του γαμπρού δε γίνεται από τον ίδιο δρόμο, που είχε περάσει η νύφη πηγαίνοντας για τη στέψη. Έτσι, μπροστά τα όργανα παίζοντας και πίσω σχεδόν όλο το χωριό, χορεύοντας και τραγουδώντας, πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού. Στα μισά του δρόμου, αλλάζουν το συμπεθεριό, δηλαδή γίνεται η τελετή της «παράδοσης και της παραλαβής». Τα χέρια της νύφης τώρα τα κρατούν ο πατέρας και ο θείος του γαμπρού. Ο πατέρας του γαμπρού δίνει στο συμπέθερό του χρήματα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης.

Η ΝΥΦΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΑΜΠΡΟΥ

Η νύφη φτάνει στο νέο της σπίτι. Τότε λένε το ακόλουθο τραγούδι:

«έβγα κυρά και πεθερά,
για να δεχθείς την πέρδικα,
για να δεχθείς την πέρδικα
που περπατεί λεβέντικα.
Για ιδέστε την, για ιδέστε την,
ήλιο, φεγγάρι πέστε την.
Γ ια ιδέστε την πως περπατεί,
σαν άγγελος με το σπαθί.
Αυτού που ζύγωσες να μπεις,
ήλιος, φεγγάρι θα φανείς.
Έβγα κυρά και πεθερά,
για να δεχθείς την πέρδικα,
για να τη βάλεις στο κλουβί,
σαν το πουλί να κελαϊδεί».

Εκεί, στο νέο της σπίτι, στην πόρτα, τη νύφη περιμένει η πεθερά (που έφυγε από την εκκλησία νωρίτερα) με μια ποδιά, δύο πόρπες για ζώνη, ένα άσπρο μαντήλι στο κεφάλι και με ένα πιάτο (τάσι) γεμάτο από αχλάδια, σταφίδα, μήλα, κ.λπ και ένα κουταλάκι με βούτυρο, τα οποία τα δίνει στη νύφη για να «σταυρώσει» την πόρτα στο πάνω μέρος. Χαρακτηριστικό είναι το τραγουδάκι:

«έμπα νύφη στο κελάρι
πάρε μήλο, πάρε ρόιδο,
να δροσίσεις την πεθερά σου,
να δροσίσεις τον πεθερό σου,
αντραδέρφ’ αντροξαδέρφια.
Σπείρε ρύζι να ριζώσεις
και κριθάρι να φυτρώσεις».

Αμέσως η νύφη αρχίζει να πετάει σταυρωτά πίσω της τα φρούτα και οι συγκεντρωμένοι εκεί, απλώνουν τα χέρια τους για να πιάσουν κάτι απ’ αυτά που πετάει η νύφη. Το σπουδαιότερο για όλους είναι να πιάσουν το πιάτο που πετάει τελευταίο. Για το λόγο αυτό όλοι, κυρίως οι νέοι, όταν πετάει το πιάτο η νύφη, πηδούν όσο το δυνατόν ψηλότερα. Όποιος πιάσει το τάσι θεωρείται παλικαράς.
Η νύφη μπαίνει στο καινούριο σπίτι με το δεξί πόδι και προχωράει προς την πεθερά της, που είναι δήθεν μουτρωμένη. Η νύφη την προσκυνά τρεις φορές και έπειτα φιλιούνται. Έπειτα προχωράει σε ένα διάδρομο με λευκά υφαντά και πηγαίνει και χτυπάει τρεις φορές το τζάκι. Αυτό σημαίνει ότι θα ζει και θα μένει στο σπίτι της και ότι δε θα είναι τριγυρίστρα. Η πεθερά κρατάει στο χέρι της
λουκούμι, το οποίο δαγκώνει η ίδια πρώτα. Στη συνέχεια δίνει στη νύφη να δαγκώσει τρεις φορές (για να είναι «γλυκιά» η μεταξύ τους σχέση). Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής ακούγονται διάφορα τραγούδια, όπως:

«έβγα πεθερά στη σκάλα
με το μέλι, με το γάλα,
με τη ζάχαρη στα χέρια.
Ρίξε ρύζι να ριζώσει
και το στάρι να προκόψει.
Κι αν δεν πέσει στο ριζάρι
θα πέσει μες στο κλωνάρι».

Μετά την τελετή της εισόδου της νύφης στο νέο της σπίτι, αρχίζουν να συγκεντρώνονται στο σπίτι του γαμπρού συγγενείς και φίλοι και όλοι σχεδόν οι συγχωριανοί τους. Ξαναρχίζουν τα κλαρίνα και τα βιολιά. Πρώτοι μπαίνουν στο χορό συγγενείς του γαμπρού. Καταφθάνει και το σόι της νύφης για να παραστεί στο χορό των νεονύμφων, να τους χαρεί και να τους καμαρώσει.

Σε λίγο μπαίνει στο χορό η νύφη, ο γαμπρός, ο κουμπάρος και οι παρακούμπαροι. Πρώτος σέρνει το χορό ο κουμπάρος, τον οποίο κρατάει η νύφη. Κατόπιν χορεύει η νύφη, την οποία κρατάει ο κουμπάρος. Το τελετουργικό του χορού είναι συγκεκριμένο και τηρείται με ευλάβεια. Όταν μπαίνει η νύφη στο χορό ακούγεται το ακόλουθο τραγούδι, με πολλές παραλλαγές βέβαια :

«σ’ όσους γάμους κι αν επήγα
τέτοια νύφη δεν την είδα.
Είδα νύφη μαντζουράνα
και γαμπρό χρυσή καμπάνα.
Έχει τα μαλλιά μετάξι
και πλεγμένα με την τάξη.
Έχει μέτωπο φεγγάρι,
που ζουρλαίνει παλικάρι.
Έχει φρύδι σα γαϊτάνι
κι ο ζωγράφος δεν το φτιάνει.
Έχει δυο ματάκια μαύρα
που δεν είδα στην Ελλάδα.
Έχει μύτη κοντυλένια,
δόντια μαργαριταρένια.
Έχει στόμα δαχτυλίδι
που λαλεί σαν καναρίνι».

Τη στιγμή αυτή όλοι οι συγγενείς, και από τις δυο μεριές είναι όρθιοι και κοντά στα κλαρίνα και ρίχνουν χρήματα στους οργανοπαίχτες. Στο χορό μπαίνουν στη συνέχεια και οι φίλοι του γαμπρού και οι φίλες της νύφης. Ο χορός του γάμου είναι διπλός, από έξω οι άντρες και από μέσα οι γυναίκες. Πρώτος ο νουνός με
τη νουνά, μετά οι γονείς του γαμπρού και της νύφης και ύστερα οι παππούδες τους. Το γλέντι διαρκεί ως το πρωί, μέχρι που βγαίνει ο ήλιος.

Η ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΓΑΜΟ

– Δευτέρα

Νωρίς το πρωί της Δευτέρας, η μάνα της νύφης στέλνει ένα αγόρι, που κρατάει ένα ξύλινο φλασκί με κρασί, να πάει σε όλους τους συγγενείς και να τους προσκαλέσει στο σπίτι του γαμπρού.
Έξω από το νυφιάτικο δωμάτιο μαζεύονται οι θείες του γαμπρού για να δουν αν η νύφη που πήραν είναι αγνή. Όταν ξυπνούν τα νιόγαμπρα, η μάνα του γαμπρού μπαίνει μέσα να σηκώσει τα σεντόνια για να τα πλύνει. Κάτω από το μαξιλάρι της η νύφη έχει βάλει χρήματα για την πεθερά της που θα πλύνει τα σεντόνια. Αν η πεθερά βρει τη νύφη αγνή, τότε χαρούμενη βάζει τα σεντόνια και το πουκάμισό της στην κάνιστρά κι τρέχει να τα δείξει στις αδελφές της και τις κουνιάδες της. Αν τα πράγματα είναι διαφορετικά τότε η πεθερά βγαίνει κατσουφιασμένη και αμίλητη και κοιτά να ξεμοναχιάσει το γιο της για να μάθει ποιος φταίει. Σε περιπτώσεις που επικρατούσε μεγάλη αυστηρότητα σ’ αυτό το θέμα, αν δεν έβρισκαν αγνή τη νύφη διέλυαν το γάμο ή η νύφη ζούσε μια ζωή στιγματισμένη και έχανε την υπόληψή της στο σόι.
Σε περιπτώσεις που παρουσιαζόταν πρόβλημα ανικανότητας του γαμπρού μετά το γάμο, τότε κατέφευγαν στις μάγισσες για να λύσουν τα μάγια, γιατί πίστευαν πως αυτό το καθαρά ψυχολογικό, πολλές φορές, πρόβλημα οφειλόταν στα μάγια.

– Η νύφη για νερό

Μετά τον έλεγχο της αγνείας η νύφη φτιάχνει πίτα «κασιάτα» (τυρόπιτα) για το μεσημέρι, όταν θα γυρίσουν από τη βρύση. Γύρω στις δώδεκα μαζεύονται όλοι οι στενοί συγγενείς της νύφης και του γαμπρού και κινούν «να πάνε τη νύφη για νερό». Η νύφη φοράει το νυφικό της φόρεμα ή το δεύτερο που της δώρισε ο γαμπρός, αν είχε τη δυνατότητα. Σ’ όλο το δρόμο τραγουδούν τραγούδια της αγάπης και της ξενιτειάς. Πρώτοι στην πομπή πηγαίνουν οι οργανοπαίχτες, ακολουθεί ο γαμπρός με τους φίλους του και τη συνοδεύουν οι άλλες γυναίκες. Πηγαίνουν σε τρεις βρύσες στη σειρά, η πρώτη είναι η πιο κοντινή στο σπίτι και απ’ αυτή θα φέρνει η νύφη νερό κάθε μέρα. Τις άλλες δυο τις διαλέγουν όπως θέλουν. Η διαδικασία που επαναλαμβάνουν σε όλες τις βρύσες είναι η εξής : η νύφη όπου βλέπει κόσμο μαζεμένο κάνει μετάνοιες, τρεις μετάνοιες κάνει επίσης προς τη μεριά του ήλιου, όταν φτάνει στη βρύση. Η νύφη γεμίζει τη στάμνα με νερό και την αδειάζει. Την ξαναγεμίζει και την ξανααδειάζει και τρίτη φορά. Καθώς γεμίζει τη στάμνα τελευταία φορά, ο γαμπρός ρίχνει μέσα μερικές πεντάρες που αδειάζονται με το νερό στο χώμα και σπεύδουν να τις πάρουν από τη λάσπη τα αγόρια που παρευρίσκονται εκεί.
Τη νύφη την πηγαίνουν για νερό για δύο λόγους : να τη δει ο κόσμος μετά από την πρώτη νύχτα του γάμου αλλά και να πάρει νερό – σύμβολο ζωής και γονιμότητας «για να ‘χει ζωή και γονιμότητα». Το μεσημέρι τρώνε όλοι μαζί τα κανίσκια και την πίτα της νύφης στο σπίτι του γαμπρού και όλο το απόγευμα γλεντούν, κυρίως οι σερβιτόροι, οι μάγειροι και όλοι όσοι είχαν δουλέψει στο γάμο. Το γλέντι συνεχίζεται μέχρι αργά τα μεσάνυχτα με μια ανάπαυλα το βράδυ για να φάνε.

  • Τρίτη

– Το τραπέζι στο σπίτι της νύφης

Ξημερώνοντας Τρίτη, η νύφη κι ο γαμπρός κι οι κοντινοί συγγενείς κινούν για το σπίτι της νύφης με τα όργανα. Όλοι οι συγγενείς πηγαίνουν ως δώρο την «παπάρα», γλυκό που έκαναν με τριφτό

Οι συγγενείς πηγαίνουν την παπάρα -Σαμαρίνα (1911)

ψωμί και ζάχαρη στο τηγάνι, για να είναι γλυκιά η ζωή των νεόνυμφων. Αφού γλεντούν το πρωί, το μεσημέρι τρώνε
όλοι μαζί τα σφαχτά που ‘χε ψήσει ο πατέρας της νύφης για ‘κείνο το γεύμα. Το γλέντι συνεχίζεται μέχρι το απόγευμα, οπότε το συμπεθεριό επιστρέφει σπίτι του και τα όργανα ολοκληρώνουν την αποστολή τους και αποχωρούν.

  • Πέμπτη

– Το μοίρασμα των δώρων

Μέχρι την Πέμπτη δεν αφήνουν τη νύφη και το γαμπρό να ξεμυτίσουν από το σπίτι γιατί αυτές τις δυο μέρες – Τρίτη, Τετάρτη – τις θεωρούν επικίνδυνες για την υγεία και την ευτυχία του ζευγαριού. Αυτές τις μέρες, πιστεύουν, ότι τα μάγια είναι πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι τις άλλες. Την Πέμπτη η νύφη κάνει πάλι πίτα και το απόγευμα έρχεται η μάνα της για να μοιράσει τα δώρα στους συμπεθέρους. Όταν η μάνα της επιστρέφει στο σπίτι μετά από λίγο πηγαίνει και η νύφη με τον άντρα της επίσκεψη. Η μάνα της τους κερνάει τηγανίτες και πριν νυχτώσει αποχωρούν. Δεν πρέπει, οι γυναίκες γενικά, κυρίως όμως οι καινούριες νύφες, να είναι έξω όταν σκοτεινιάζει.

  • Κυριακή

– Ο εκκλησιασμός της νύφης

Την πρώτη Κυριακή μετά το γάμο μαζεύονται στο σπίτι του γαμπρού τριάντα, σαράντα γυναίκες από το σόι του να πάνε την καινούρια νύφη στην εκκλησία. Μετά τον εκκλησιασμό, αν τύχει να είναι γιορτή ή πανηγύρι στήνουν χορό στο προαύλιο της εκκλησίας και βάζουν τη νύφη να χορέψει πρώτη. Μετά το χορό όσοι δεν έχουν ευχηθεί και κεράσει τη νύφη, την κερνούν κι εκείνη σκύβει και τους φιλά το χέρι..

– Τα πιστρόφια

Το απόγευμα της Κυριακής η νύφη επιστρέφει με τον άντρα της, τον μπράτιμο και την μπρατίμισα, το νουνό και τη νουνά και τους κοντινούς συγγενείς του γαμπρού, στη μάνα της. Στα

Οι νεόνυμφοι με φίλους και συγγενείς – Σαμαρίνα (1911)

(ε)πιστρόφια της νύφης σερβίρουν τηγανίτες, γλυκίσματα και ξηρούς καρπούς και κόκκινο κρασί για τους άντρες. Πάνω στο κέφι λένε και τραγούδια και όταν σουρουπώνει γυρνούν στα σπίτια τους. Αυτή είναι η τρίτη και η τελευταία επίσκεψη της νύφης στη μάνα της με συνοδεία. Από τώρα και στο εξής η νύφη θα πηγαίνει μόνη στη μάνα της. Τη Δευτέρα το πρωί η νύφη πιάνει δουλειά στην πεθερά της. Παλαιότερα έπλεκε κάλτσες άσπρες ή φανέλα για τον πεθερό , μεταπολεμικά της έδιναν τυπικά τη ρόκα για να γνέσει.

– Φιλίες (το φίλεμα των νιόπαντρων από τους συγγενείς τους)

Όλο το σόι του γαμπρού και της νύφης και εξ αίματος και από συμπεθέριασμα, έπρεπε να φιλέψει τους νεόνυμφους. Οι στενοί συγγενείς μάλιστα τους καλούσαν τρεις φορές : μια για τηγανίτες,

μια για φαγητό και μια για πίτα. Όταν πήγαιναν για φιλιά έπρεπε η νύφη κι ο γαμπρός να σπάσουν μια κουλούρα. Από ‘κει κι έπειτα η ζωή κυλούσε στα πλαίσια του έγγαμου βίου με τη γέννηση των παιδιών και το μεγάλωμα της οικογένειας.

Απόσπασμα απο το την μελέτη «Οι βλάχοι και βλάχικος γάμος» του Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Δείτε Επίσης

Κοινοποιηση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *